Σχεδόν τρία χρόνια μετά τις καταστροφικές πλημμύρες του Daniel, η Περιφέρεια Θεσσαλίας επιχειρεί να περάσει σε ένα νέο μοντέλο κλιματικής ανθεκτικότητας, βασισμένο στην πρόληψη, την επιστημονική τεκμηρίωση και τη χρήση ψηφιακών εργαλείων.
Το πρώτο πεδίο εφαρμογής αφορά τη διαχείριση των ποταμών. Σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Μπράιτον, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τον Οργανισμό Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας και Έλληνες επιστήμονες, εφαρμόζεται ένα μοντέλο που βασίζεται στις λεγόμενες «Λύσεις Βασισμένες στη Φύση».
Η προσέγγιση εξετάζει συνολικά τη λεκάνη απορροής, τα φερτά υλικά, τις πλημμυρικές ζώνες και την παρόχθια βλάστηση, αντιμετωπίζοντας τον ποταμό ως ζωντανό οικοσύστημα και όχι απλώς ως αγωγό απομάκρυνσης του νερού.
«Μιλάμε για την πρώτη ολοκληρωμένη εφαρμογή αυτής της μεθοδολογίας στη χώρα, με στόχο τα συμπεράσματά της να αποτελέσουν οδηγό για ανάλογες παρεμβάσεις πανελλαδικά», τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας Δημήτρης Κουρέτας.
Παράλληλα, τίθεται σε εφαρμογή το «Air Thessaly», ένα προγνωστικό σύστημα ατμοσφαιρικής ρύπανσης που αναπτύχθηκε από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Γιώργο Σαχαρίδη. Το μοντέλο θα ενσωματωθεί στον νέο ιστότοπο της Πολιτικής Προστασίας, ώστε οι πολίτες και ιδιαίτερα οι ευπαθείς ομάδες να ενημερώνονται εγκαίρως για επεισόδια αυξημένης ρύπανσης.
Το δίκτυο μέτρησης των αιωρούμενων σωματιδίων PM10 και PM2,5 επεκτείνεται, ενώ υιοθετούνται αυστηρότερα ευρωπαϊκά όρια και νέες μετρήσεις για βαρέα μέταλλα και άλλους ρύπους.
Οι ίδιες φυσικές παρεμβάσεις εντάσσονται και στον σχεδιασμό της αντιπλημμυρικής προστασίας. Η παρόχθια βλάστηση, η συγκράτηση των φερτών υλικών και οι πλημμυρικές ζώνες αξιοποιούνται για την επιβράδυνση της ροής του νερού, πριν αυτή απειλήσει οικισμούς και καλλιέργειες.

















