Κάτω από τη σύγχρονη Φάτσα του Πόντου, εκεί όπου βρισκόταν το αρχαιοελληνικό Πολεμώνιον, ένα σπάνιο πρωτοβυζαντινό μνημείο αποκαλύπτει σταδιακά τα μυστικά του.
Όπως ανακοίνωσε ο Δήμος Φάτσας, η νέα ανασκαφική περίοδος άρχισε στο ναό και το μοναστηριακό συγκρότημα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, με τους Τούρκους αρχαιολόγους να αναζητούν νέους χώρους κάτω από τη γη, αλλά και τα ψηφιδωτά που μνημονεύονται στις ιστορικές πηγές.
Στόχος της τέταρτης ανασκαφικής περιόδου είναι να αποκαλυφθεί πληρέστερα η αρχιτεκτονική μορφή του μνημείου, το οποίο ξεχωρίζει για την οκταγωνική κάτοψή του – ένα πολύ σπάνιο χαρακτηριστικό για τους βυζαντινούς ναούς της Ανατολίας και του Εύξεινου Πόντου.
Από ένα έργο οδοποιίας σε μια μεγάλη ανακάλυψη
Η ιστορία της ανασκαφής άρχισε το 2021, όταν κατά τη διάρκεια έργων διαπλάτυνσης δρόμου εντοπίστηκαν αρχαιότητες. Ο χειριστής του εκσκαφέα αντιλήφθηκε ένα ασυνήθιστο στρώμα στο έδαφος, διέκοψε τις εργασίες και ενημέρωσε τις αρμόδιες Αρχές.
Η πρώτη έρευνα αποκάλυψε οκτώ τάφους της ρωμαϊκής περιόδου, ηλικίας περίπου 2.000 ετών.
Μέσα στον πρώτο λίθινο τάφο βρέθηκαν ανθρώπινα οστά, νομίσματα, γυάλινα βραχιόλια, χρυσό δαχτυλίδι, πόρπες ζώνης και γυάλινα και κεραμικά αγγεία.
Καθώς η ανασκαφή προχωρούσε, ήρθαν στο φως τα κατάλοιπα ενός μεγαλύτερου οικοδομικού συγκροτήματος. Οι πληροφορίες των κατοίκων, αλλά και οι αναφορές παλαιότερων περιηγητών, οδήγησαν τους ερευνητές στην ταύτισή του με τον μοναστηριακό ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Η σωστική ανασκαφή του 2021 εξελίχθηκε το 2023 σε συστηματική μουσειακή ανασκαφή, υπό την επιστημονική εποπτεία του αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου των Κοτυώρων Σετσκίν Εβτζίμ.
Το πρώτο ψηφιδωτό που βρέθηκε στη θέση του στην περιοχή
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αποκαλύφθηκε το 2024: ένα πρωτοβυζαντινό ψηφιδωτό δάπεδο, το πρώτο που εντοπίστηκε στην αρχική του θέση στην ευρύτερη περιοχή των Κοτυώρων.
Το ψηφιδωτό χρονολογείται, βάσει της τεχνοτροπίας του, στον 5ο ή τον 6ο αιώνα.
Διακοσμείται με γεωμετρικά σχήματα, ρόμβους, καμπύλους βλαστούς ακάνθου, φυτικά θέματα, καρπούς και μορφές ζώων, προσφέροντας μια εικόνα της καλλιτεχνικής παραγωγής στον Πόντο κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο.


Στις ανασκαφικές περιόδους που ακολούθησαν αποκαλύφθηκαν σε μεγάλο βαθμό η αψίδα, ο κυρίως ναός και οι πλευρικοί χώροι του συγκροτήματος. Εντοπίστηκαν επίσης υπολείμματα τοιχογραφιών, διακοσμημένα λίθινα αρχιτεκτονικά μέλη και πολυάριθμα μικρότερα ευρήματα.
Στα νότια του ναού ήρθε στο φως και μία μεγάλη αίθουσα, η οποία ενδέχεται να αποτελούσε την τράπεζα του μοναστηριού, το χώρο δηλαδή όπου οι μοναχοί συγκεντρώνονταν για τα κοινά γεύματα.
«Η αρχιτεκτονική του μνημείου είναι πλέον πολύ πιο ευανάγνωστη», είχε επισημάνει ο Σετσκίν Εβτζίμ μετά την απομάκρυνση του πυκνού στρώματος των λίθων και των οικοδομικών υλικών που κάλυπτε επί χρόνια τα κατάλοιπα.
Ένα σπάνιο οκταγωνικό μνημείο του Πόντου
Η ιδιαίτερη σημασία του ναού δεν περιορίζεται στα ψηφιδωτά. Η οκταγωνική μορφή του τον κατατάσσει σε έναν σπάνιο τύπο βυζαντινής θρησκευτικής αρχιτεκτονικής, με ελάχιστα σωζόμενα παραδείγματα στην Ανατολία.
Το μνημείο βρισκόταν στην περιοχή του αρχαίου Πολεμωνίου, της σημερινής Φάτσας, και εκτιμάται ότι εξυπηρετούσε πιστούς και προσκυνητές της ομώνυμης επισκοπής.
Κατά τη φετινή ανασκαφή οι επιστήμονες θα επικεντρωθούν στους χώρους των οποίων η ύπαρξη έχει ήδη διαπιστωθεί κάτω από το έδαφος. Παράλληλα, θα επιχειρήσουν να εντοπίσουν τα ψηφιδωτά που περιγράφονται σε παλαιότερες ιστορικές μαρτυρίες και να συμπληρώσουν την εικόνα του μοναστηριακού συγκροτήματος.

Το επόμενο μεγάλο βήμα θα είναι η στερέωση και η αποκατάσταση του μνημείου, ώστε στο μέλλον να καταστεί επισκέψιμο. Τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής προβλέπεται να εκτεθούν στο νέο Αρχαιολογικό Μουσείο των Κοτυώρων (στην Ορντού, όπως είναι γνωστή η πόλη στην Τουρκία).

















