Μια ξεχωριστή στιγμή, όπου η πίστη συναντά την ιστορική μνήμη και την προσφυγική παράδοση, έζησε το Θρυλόριο με την υποδοχή της εικόνας της Παναγίας του Ασκού, γνωστής και ως Παναγίας της Γιάτρισσας. Στην ιδιαίτερη αυτή εκδήλωση έδωσε το «παρών» ο Πολιτιστικός Σύλλογος Ποντίων Θρυλορίου «Η Κερασούντα και το Γαρς», συμμετέχοντας σε μια συνάντηση με έντονο συμβολισμό για έναν τόπο που έχει δημιουργηθεί από ανθρώπους με βαθιές προσφυγικές ρίζες.
Η υποδοχή της εικόνας πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Τρίτης 14 Ιουλίου, στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Θρυλορίου, παρουσία του Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής Παντελεήμονα. Η Παναγία του Ασκού παρέμεινε στον ναό κατά τις ημέρες του εορτασμού της Αγίας Μαρίνας, δίνοντας τη δυνατότητα στους πιστούς να προσκυνήσουν ένα ιερό κειμήλιο με μια ιδιαίτερα μακρά και συγκινητική διαδρομή.
Η παρουσία του Πολιτιστικού Συλλόγου Ποντίων Θρυλορίου «Η Κερασούντα και το Γαρς» στην εκδήλωση είχε ξεχωριστή σημασία. Ο Σύλλογος, μέσα από τη δράση του, συνέβαλε στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, της πολιτιστικής κληρονομιάς και των παραδόσεων του ποντιακού ελληνισμού, και η συμμετοχή του σε μια εκδήλωση που συνδέεται τόσο έντονα με την προσφυγική πορεία του Ελληνισμού ανέδειξε τη διαχρονική σχέση της πίστης με την ταυτότητα και τη μνήμη.
Η ιστορία της εικόνας ξεκινά, σύμφωνα με την παράδοση, πολλούς αιώνες πριν. Φέρεται να αγιογραφήθηκε στην Κωνσταντινούπολη τον 8ο αιώνα μ.Χ., σε μια εποχή κατά την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία δοκιμαζόταν από την Εικονομαχία. Η παράδοση θέλει την εικόνα να ρίχνεται στη θάλασσα, προκειμένου να διασωθεί από την καταστροφή, και ύστερα από το ταξίδι της στα νερά του Ευξείνου Πόντου να φτάνει στις ακτές κοντά στον Ασκό της ανατολικής Θράκης.
Εκεί, οι κάτοικοι του χωριού την περιέβαλαν με ιδιαίτερη ευλάβεια και την κράτησαν στον τόπο τους ως πολύτιμο θρησκευτικό κειμήλιο. Η Παναγία του Ασκού παρέμεινε συνδεδεμένη με την κοινότητα και την πνευματική ζωή των κατοίκων, μέχρι τη στιγμή που η ιστορία έφερε ξανά τους ανθρώπους αντιμέτωπους με τον ξεριζωμό.
Το 1914, μέσα στις συνθήκες των διωγμών, οι κάτοικοι του Ασκού αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Μαζί με όσα μπορούσαν να μεταφέρουν στον δρόμο της προσφυγιάς, προσπάθησαν να διασώσουν και την εικόνα της Παναγίας. Σύμφωνα με την παράδοση, για να την προστατεύσουν και να μην αποκαλυφθεί η ύπαρξή της, την έκοψαν σε τμήματα και την έκρυψαν μέσα σε ένα ξύλινο μπαούλο.
Μετά την άφιξή τους στη νέα πατρίδα, οι πρόσφυγες ένωσαν και πάλι τα κομμάτια της εικόνας και την τοποθέτησαν σε έναν πρόχειρο ναό που είχαν δημιουργήσει. Με αυτόν τον τρόπο, η Παναγία συνέχισε να αποτελεί σημείο αναφοράς για ανθρώπους που είχαν χάσει τον τόπο τους, αλλά όχι τη μνήμη και την πίστη τους.
Η ιστορία της εικόνας συνδέθηκε στη συνέχεια με την ίδρυση ενός νέου τόπου. Το 1957 ανεγέρθηκε ένας μεγαλοπρεπής ναός προς τιμήν της, σε ύψωμα της περιοχής. Το σημείο ήταν γνωστό ως Γιακίνια, όμως πήρε το όνομα Ασκός, ώστε να διατηρηθεί ζωντανή η ανάμνηση του χωριού της Ανατολικής Θράκης από το οποίο είχαν ξεριζωθεί οι πρόσφυγες. Αργότερα, στην ίδια περιοχή εγκαταστάθηκαν και πρόσφυγες από το Αχτάς του Πόντου, προσθέτοντας έναν ακόμη κρίκο στην κοινή ιστορική διαδρομή των προσφυγικών πληθυσμών.
Κατά την ομιλία του, ο Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής Παντελεήμων αναφέρθηκε στην ιδιαίτερη θέση που κατέχει η Παναγία στη ζωή των πιστών, σημειώνοντας πως αποτελεί διαχρονικό στήριγμα στις δύσκολες στιγμές και παράδειγμα πίστης, ταπείνωσης και εμπιστοσύνης στο θέλημα του Θεού.

















