Το είδος της «ιστορικής ταινίας» στη χώρα μας ήταν πάντα προβληματικό και παρεξηγημένο. Μακριά από θεωρίες συνωμοσίας, οι κυριότερες αιτίες είναι οι οικονομικές δυσκολίες και η απροθυμία του κοινού να δει τέτοιες ταινίες. Βέβαια, στη δεκαετία της άνθησης του εγχώριου κινηματογράφου είχαμε μια τεράστια, έως δυσανάλογη, ποσότητα φιλμ με θέμα την Κατοχή.
Υπάρχουν όμως και άλλες τραγικές στιγμές της ελληνικής Ιστορίας που δεν έχουν αποτυπωθεί στον κινηματογραφικό φακό, όπως η Μικρασιατική Καταστροφή.
Με την τραγωδία του 1922 έχουν ασχοληθεί μόλις δύο ταινίες μυθοπλασίας. Η πιο πρόσφατη ήταν η Σμύρνη μου αγαπημένη, που προήλθε από τον τεράστιο θεατρικό θρίαμβο της Μιμής Ντενίση. Και εδώ υπήρξαν προβλήματα με τις αρχικές σκηνές, στις οποίες παραλληλίζονται οι πρόσφυγες του ’22 με τους σημερινούς. Κι όμως, έχει περάσει ένας αιώνας από την τραγωδία που άλλαξε την ιστορία του ελληνισμού.
Πριν από την παραπάνω ταινία, και συγκεκριμένα το 1978, είχε προβληθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το φιλμ του Νίκου Κούνδουρου 1922.
Και το παρασκήνιο της ταινίας –κυρίως όσα έγιναν μετά– θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρώτης τάξεως σενάριο: η υπόθεση έφτασε μέχρι τα όρια πιθανού διπλωματικού επεισοδίου, αποδεικνύοντας ότι η τραγωδία της Σμύρνης εξακολουθεί να είναι θέμα-ταμπού.

Μια ταινία θυμού
Η βάση για το σενάριο της ταινίας ήταν το βιβλίο του Ηλία Βενέζη Το Νούμερο 31328. Δημοσιεύτηκε αρχικά σε συνέχειες, το 1924, στην εφημερίδα της Μυτιλήνης Καμπάνα, την οποία εξέδιδε και διηύθυνε ο Στράτης Μυριβήλης, και αφορά την εμπειρία του συγγραφέα από την αιχμαλωσία και τη σκλαβιά του στα εργατικά τάγματα της Τουρκίας, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Σε αυτή τη μορφή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Τελικά, κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 1931.

Πώς ήρθε η έμπνευση στον σκηνοθέτη του φιλμ, Νίκο Κούνδουρο;
«Είναι περίεργη η ρίζα. Η μητέρα μου είχε μαζέψει στο σπίτι δύο προσφυγοπούλες. Ήταν δύο συγκινητικά άτομα και εγώ αποσπούσα πληροφορίες για τη ζωή τους, τον τρόπο που ζούσαν. Και σιγά σιγά μπήκε μέσα μου ένα ενδιαφέρον, όχι πατριωτικό, θα μπορούσα να πω, αλλά για το δράμα του ελληνικού λαού.
»Και σιγά σιγά, μελετώντας, αποφάσισα να κάνω την ταινία. Όπως πάντα, μελέτησα την εξουσία, διότι υπήρχε μια πληροφορία ότι ο Παπανδρέου ή ο Μεταξάς ή ποιος άλλος, δεν ξέρω, είχε επιβάλει να πέσει μια σιωπή για το δράμα των 3 εκατομμυρίων προσφύγων, που σφάχτηκαν ή εξορίστηκαν τον Αύγουστο του 1922», είχε πει σε συνέντευξή του ο δημιουργός.

Ξεκινά, λοιπόν, την έρευνα: «Έψαχνα τα ελληνομικρασιατικά αρχεία. Υπήρχαν δύο ογκώδη βιβλία με θέμα τις μαρτυρίες των προσφύγων. Και αυτά είχαν απαγορευτεί να κυκλοφορήσουν. Κι εμένα κάθε απαγόρευση γεννά μέσα μου ένα είδος αντίστασης. Όταν ό,τι αφορά ένα οδυνηρό θέμα ενός λαού απαγορεύεται να κυκλοφορήσει, απαγορεύεται να λεχθεί, λέω “δεν πάει στον διάολο;”», είχε πει στην ίδια συνέντευξη.
Όλος αυτός ο θυμός που του βγήκε τον έκανε να ξεκινήσει την ταινία. Όπως έλεγε και ο ίδιος: «Επειδή όλες μου οι ταινίες είναι δημιουργήματα θυμού, λέω “θα το κάνω ταινία”. Και έκανα το 1922».
Τα γυρίσματα και τα πρώτα προβλήματα
Η ταινία ήταν παραγωγή του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Δηλαδή, γυρίστηκε με κρατική χρηματοδότηση. Αυτό το κρατάμε.
Τα γυρίσματα έγιναν κυρίως στα Μεσόγεια, ενώ τη σεναριακή διασκευή υπέγραφαν, εκτός από τον σκηνοθέτη, και ο Στρατής Καρράς. Στα ονόματα των συντελεστών συναντάμε τον Μικέ Καραπιπέρη στα σκηνικά και τον Νίκο Καβουκίδη στη διεύθυνση φωτογραφίας.
Όσον αφορά τους ηθοποιούς, σε ένα πολυάριθμο καστ βλέπουμε, μεταξύ άλλων, τους νεαρούς τότε Δημήτρη Καταλειφό, Όλια Λαζαρίδου, Αντιγόνη Αμανίτου, Ζαχαρία Ρόχα και, βέβαια, την Μπέτυ Βαλάση και την Ελεονώρα Σταθοπούλου.
Η σκηνή στην οποία η πρώτη κουβαλά στους ώμους της τη δεύτερη έγινε η αφίσα της ταινίας και έχει στοιχειώσει ολόκληρο το μύθο της ως εμβληματική εικόνα.
Τα προβλήματα της ταινίας ξεκίνησαν ήδη από την περίοδο των γυρισμάτων. Τότε, η τουρκική εφημερίδα Hürriyet είχε καταγγείλει την ταινία, υποστηρίζοντας ότι έτσι «υπονομεύονται» οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, το οποίο ως χρηματοδότης ήταν και ο ιδιοκτήτης της ταινίας και είχε ως προϊστάμενη αρχή το Υπουργείο Βιομηχανίας, να την δεσμεύσει στο εργαστήριο.
Από τα βραβεία στην απαγόρευση
Μια κόπια της ταινίας, την οποία ο Κούνδουρος κατάφερε παρανόμως να εξασφαλίσει, προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποσπώντας εννέα βραβεία.
Το γεγονός ότι το φεστιβάλ τη δέχτηκε να διαγωνιστεί είναι φυσικά υπέρ του και δείχνει, αν μη τι άλλο, ότι λειτούργησε αυτόνομα από τις κρατικές ενέργειες.

Και μπορεί να σάρωσε τα βραβεία, όμως οι κριτικές ήταν μοιρασμένες. Όπως είχε πει ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του: «Η αριστερή κριτική την κατηγόρησε για σωβινισμό. Για αυτούς ήταν μια ταινία σωβινιστική και δεν επιτρέπεται ένας αριστερός διανοούμενος, δηλαδή εγώ, να έχει αυτή τη θέση».
Αν και δηλωμένος αριστερός, ο Νίκος Κούνδουρος δεν ήταν το αγαπημένο παιδί των αριστερών ΜΜΕ.
Για παράδειγμα, το 1955, η δεύτερη ταινία του, ο μυθικός σήμερα Δράκος, σφάχτηκε από την κριτική της εποχής, αριστερών και δεξιών αποχρώσεων. Η επόμενη ταινία του, Οι παράνομοι, έπεσε θύμα της λογοκρισίας της εποχής και τελικά, ύστερα από μισό αιώνα, προβλήθηκε όπως την ήθελε ο δημιουργός της.
Αλλά και το πρωτοποριακό Vortex, που ολοκληρώθηκε το 1972, προβλήθηκε για πρώτη φορά στο φεστιβάλ, εκτός διαγωνισμού, το 1979, και επίσημα στις αίθουσες στα τέλη της δεκαετίας του ’90.

Ξαναγυρνάμε, λοιπόν, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του 1978, όπου η ταινία θριαμβεύει.
Και, παρόλο που βρίσκει διανομή για τις αίθουσες, παραμένει στο συρτάρι, απαγορευμένη από το κράτος. Εδώ, ορισμένα δημοσιεύματα, ακόμη και σήμερα, κάνουν λόγο για πιέσεις από την Τουρκία και, συγκεκριμένα, από το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών.
Οι επόμενες περιπέτειες
Το σχετικά οξύμωρο εκείνη την περίοδο ήταν πως απαγορεύτηκε να προβληθεί στις ελληνικές αίθουσες το 1922, αλλά την ίδια σεζόν προβλήθηκε στις αθηναϊκές αίθουσες –και την επόμενη χρονιά σε όλη τη χώρα– το αμερικανικό Εξπρές του μεσονυχτίου, που αναφερόταν στις συνθήκες διαβίωσης ενός Αμερικανού στις τουρκικές φυλακές τη δεκαετία του ’70.
Βέβαια, και στη χώρα μας είχε απαγορευτεί για δύο χρόνια μετά την προβολή του, για να βγει σε επανέκδοση το 1984. (Για την ιστορία, το Εξπρές του μεσονυχτίου ήταν απαγορευμένο στην Τουρκία μέχρι το 1992, οπότε και προβλήθηκε από ιδιωτικό σταθμό της χώρας.)
Γυρνάμε στο κινηματογραφικό 1922, που βγαίνει τελικά στις αίθουσες τη Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 1982. Και παρά τη σκληρότητα των σκηνών, η ταινία τα πάει θαυμάσια από πλευράς εισιτηρίων. Συγκεκριμένα, το φιλμ έκοψε στην α΄ προβολή του 190.704 εισιτήρια και κατέλαβε την 4η θέση ανάμεσα στις 45 ελληνικές ταινίες που προβλήθηκαν εκείνη τη σεζόν (1981-1982).

Και εδώ οι αντιδράσεις του κοινού ήταν μοιρασμένες. Οι επικριτές της εστίασαν στη σκληρότητα των σκηνών και στους ελλειπτικούς διαλόγους και ντεκόρ. «Ο Βενέζης, μέσα στον καημό του και το λυρικό του μεράκι, είχε μια τρυφερότητα –και καλά έκανε– στον τρόπο που περιέγραφε τη φρίκη. Αλλά τέτοια φρίκη και τρυφερότητα δεν πήγαιναν και τόσο καλά. Εξαφάνισα, λοιπόν, την τρυφερότητα από το βιβλίο και κράτησα τη φρίκη», είχε δηλώσει ο Νίκος Κούνδουρος.
Μάλιστα, κάνοντας την αυτοκριτική του, είχε πει ότι ήταν βλακώδες εκ μέρους του που δεν είχε συμπεριλάβει στην ταινία σκηνές μάχης, καθώς δεν ήθελε να κάνει ένα «ηρωικό» φιλμ, κάτι για το οποίο μετάνιωσε μερικά χρόνια αργότερα.

Το φιλμ απελευθερώθηκε επί ΠΑΣΟΚ, αλλά ο Νίκος Κούνδουρος το πίστωνε στον τότε υφυπουργό Εξωτερικών, Γιάννη Καψή, ο οποίος, εκτός των άλλων, είχε και μικρασιατικές ρίζες. Οι περιπέτειες της ταινίας, όμως, δεν τελείωσαν εκεί.
Η ταινία επρόκειτο να προβληθεί στο Διεθνές Φεστιβάλ Βουδαπέστης. Μισή ώρα πριν από την προβολή της, κατέφθασε από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών εντολή προς τον Έλληνα πρέσβη να εμποδίσει την προβολή της ταινίας. Ο Έλληνας πρέσβης ζήτησε, με τη σειρά του, από το ουγγρικό Υπουργείο Εξωτερικών τη μη προβολή της ταινίας. Όπως και έγινε.
Και μπορεί να προβλήθηκε στις αίθουσες πριν από 44 χρόνια, όχι όμως σε όλη τη χώρα. Στη Θράκη δεν προβλήθηκε τότε.
Πάλι με παρέμβαση του Γιάννη Καψή, παίχτηκε τελικά στην περιοχή αρκετά χρόνια μετά, αλλά μόνο στην ελληνόφωνη πλευρά. Πάντως, η ταινία απέσπασε τα βραβεία καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κέιπ Τάουν, το 1982.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Νίκος Κούνδουρος έφυγε από τη ζωή το 2017 και η ταινία έχει προβληθεί αρκετές φορές σε ακριτικά νησιά. Με την απόσταση που μας χωρίζει πλέον από το 1978 –48 χρόνια– εξακολουθεί να είναι μια σκληρή, ρεαλιστική ταινία, που όμως παραμένει η κινηματογραφική δραματοποίηση μιας τραγωδίας που έως τότε δεν είχε αποτυπωθεί στην 7η τέχνη.
Και μένει, φυσικά, η ιστορική αλήθεια για να μελετηθεί από τον κόσμο.

















