Σε μια εποχή που πολλές ελληνικές κοινότητες της διασποράς δίνουν καθημερινό αγώνα για να κρατήσουν ζωντανή τη γλώσσα στις νεότερες γενιές, η επιλογή μιας κορυφαίας διεθνούς γλωσσολόγου να αφιερωθεί στην εκμάθηση των ελληνικών αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό. Η ιστορία της δρ Κάθι Έλντερ είναι μια ισχυρή υπενθύμιση ότι η ελληνική γλώσσα εξακολουθεί να ασκεί διεθνή ακτινοβολία και να εμπνέει ανθρώπους που αναγνωρίζουν τη μοναδική πολιτιστική της αξία.
Η πρώην διευθύντρια του Κέντρου Ερευνών για τη Γλωσσική Αξιολόγηση του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης και διεθνώς αναγνωρισμένη επιστήμονας στον τομέα της γλωσσολογίας και της γλωσσικής πολιτικής, έχει αφιερώσει δεκαετίες στη μελέτη, την αξιολόγηση και τη διδασκαλία γλωσσών.
Ωστόσο, το 2021 (σε ηλικία 75 ετών) πήρε μια βαθιά προσωπική απόφαση, να γίνει και η ίδια μαθήτρια της ελληνικής γλώσσας.
Η απόφαση αυτή δεν ήταν τυχαία. Η γνωριμία της με το έργο του συνθέτη Στέλιου Τσιόλα, μέσα από τη συμμετοχή της σε χορωδία στη Μελβούρνη, αλλά και η εμπειρία της σε έναν γάμο στην Κέρκυρα, όπου, όπως παραδέχεται, αισθάνθηκε ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει, λειτούργησαν ως καταλύτες.
Η περίοδος της πανδημίας και η συνταξιοδότησή της, της έδωσαν το χρόνο να πραγματοποιήσει έναν στόχο που είχε αφήσει για χρόνια στην άκρη. Έτσι, εντάχθηκε στο πρόγραμμα Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου La Trobe, το οποίο ολοκλήρωσε με επιτυχία. Δεν περιορίστηκε όμως στις αίθουσες διδασκαλίας. Γνώρισε την ελληνική γλώσσα μέσα από την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου και του Κωνσταντίνου Καβάφη, μέσα από το ελληνικό τραγούδι, αλλά και μέσα από τους παραδοσιακούς χορούς στην Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης, αποδεικνύοντας ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο λέξεις και γραμματική, αλλά τρόπος σκέψης, πολιτισμός και βίωμα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η παρουσία της στις εκδηλώσεις για την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο La Trobe, που διοργανώθηκαν από το ελληνικό προξενείο της Μελβούρνης, αποκτά επίσης ξεχωριστή σημασία. Το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο αποτελεί το μοναδικό εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Πολιτεία της Βικτόριας που προσφέρει οργανωμένες πανεπιστημιακές σπουδές ελληνικής γλώσσας, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία της στήριξης τέτοιων δομών για το μέλλον του ελληνισμού της διασποράς.
Η πορεία της δρ Έλντερ στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα στις ελληνικές κοινότητες ανά τον κόσμο.
Την ώρα που πολλές οικογένειες αγωνιούν αν τα παιδιά και τα εγγόνια τους θα συνεχίσουν να μιλούν ελληνικά, μια επιστήμονας που έχει αφιερώσει τη ζωή της στις γλώσσες επιλέγει συνειδητά να επενδύσει χρόνο και κόπο στην εκμάθησή τους.
Η επιλογή αυτή υπενθυμίζει ότι η ελληνική γλώσσα δεν αποτελεί μόνο στοιχείο της εθνικής μας ταυτότητας, αλλά και ένα πολύτιμο πολιτιστικό αγαθό με παγκόσμια απήχηση.
Ιδιαίτερα για τον απόδημο ελληνισμό –και κατ’ επέκταση για τις ποντιακές κοινότητες, όπου η διατήρηση της γλώσσας και της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί διαρκές ζητούμενο–, η ιστορία της λειτουργεί ως μια ακόμη υπενθύμιση ότι η γλωσσική συνέχεια δεν είναι δεδομένη. Χρειάζεται προσπάθεια, εκπαίδευση και διαρκή στήριξη των ελληνικών σχολείων, των πανεπιστημιακών προγραμμάτων και των πολιτιστικών φορέων που κρατούν ζωντανό τον ελληνικό λόγο εκτός συνόρων.
Στους νέους, και ιδιαίτερα στα παιδιά τρίτης γενιάς που αμφιταλαντεύονται για το αν αξίζει να μάθουν ελληνικά, η ίδια απευθύνει ένα λιτό αλλά ιδιαίτερα ουσιαστικό μήνυμα: «Γιατί όχι; Είναι γύρω μας, είναι παντού. Θα σου ανοίξει πόρτες, θα κρατήσει το μυαλό σου ζωντανό, θα αποκτήσεις ένα εντελώς νέο κοινωνικό δίκτυο.»
















