Αβεβαιότητα επικρατεί γύρω από την έναρξη των κρίσιμων διμερών συνομιλιών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν στο Μπούργκενστοκ της Ελβετίας. Αν και οι διαβουλεύσεις για την οριστική ειρήνη και το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης ήταν προγραμματισμένες να ξεκινήσουν σήμερα, το ελβετικό υπουργείο Εξωτερικών επιβεβαίωσε ότι η συνάντηση δεν θα πραγματοποιηθεί, μετά την ξαφνική ανακοίνωση του Λευκού Οίκου ότι ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς ανέβαλε το ταξίδι του.
«Οι συνομιλίες που προβλέπονταν ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν, το Κατάρ και το Πακιστάν αναβλήθηκαν. Η Ελβετία παραμένει διατεθειμένη να διευκολύνει αυτές τις συνομιλίες. Οι αντίστοιχες προπαρασκευαστικές εργασίες συνεχίζονται», ανακοίνωσε το ελβετικό υπουργείο Εξωτερικών, χωρίς να παράσχει κάποια διευκρίνιση σχετικά με την επόμενη ημερομηνία διεξαγωγής αυτών των συνομιλιών.
Η αμερικανική προεδρία διευκρίνισε ότι οι λεπτομέρειες των τεχνικών συνομιλιών δεν έχουν οριστικοποιηθεί, τονίζοντας πως οι διαπραγματεύσεις αυτές «δεν ήταν ποτέ απλές ούτε προβλέψιμες».
Παράλληλα, ούτε από την ιρανική πλευρά έχει γίνει γνωστή κάποια μετακίνηση αντιπροσωπείας, ενώ την επίσκεψή του ανέβαλε και ο Πακιστανός πρωθυπουργός Σαμπάζ Σαρίφ, ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη μεσολάβηση.
Η εμπλοκή αυτή σημειώνεται αμέσως μετά την έγκριση της συμφωνίας-πλαίσιο (γνωστής ως «μνημόνιο κατανόησης του Ισλαμαμπάντ») από τον ανώτατο ηγέτη του Ιράν Μοτζταμπά Χαμενεΐ, ο οποίος πάντως εξέφρασε δημόσια τις επιφυλάξεις του. Το προσύμφωνο, που υπεγράφη εξ αποστάσεως από τους Προέδρους Ντόναλντ Τραμπ και Μασούντ Πεζεσκιάν, έθεσε τέλος στον καταστροφικό πόλεμο που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου με τους σφοδρούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν.
Στο πλαίσιο των πρώτων βημάτων εφαρμογής της συμφωνίας, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ανακοίνωσαν την άρση του ναυτικού αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια, επιτρέποντας τη διέλευση πλοίων από τα στρατηγικής σημασίας Στενά του Ορμούζ. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε άμεση αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, γεγονός που ο Ντόναλντ Τραμπ έσπευσε να πανηγυρίσει.
Ωστόσο, η συμφωνία προκαλεί ισχυρές πολιτικές αναταράξεις και στις δύο χώρες. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, Ρεπουμπλικάνοι πολιτικοί και ΜΜΕ κατηγορούν την κυβέρνηση για υπερβολικές παραχωρήσεις, καθώς η Τεχεράνη εξασφάλισε την αποδέσμευση παγωμένων πόρων ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων και την άρση των κυρώσεων στο πετρέλαιο, χωρίς να δεσμευτεί για τη διάλυση του πυρηνικού της προγράμματος. Στην αντίπερα όχθη, ο πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου Μοχαμέντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, έκανε λόγο για «αποτυχία των ΗΠΑ», απειλώντας με σκληρή απάντηση σε περίπτωση παραβίασης των όρων.
Την ίδια στιγμή, η καχυποψία παραμένει διάχυτη. Στο Ισραήλ, ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε ότι «η μάχη δεν τέλειωσε» και ξεκαθάρισε ότι ο ισραηλινός στρατός θα παραμείνει στον νότιο Λίβανο για λόγους ασφαλείας, παρά τη ρητή πρόβλεψη της συμφωνίας για κατάπαυση του πυρός σε όλα τα μέτωπα. Οι εχθροπραξίες με τη Χεζμπολάχ συνεχίζονται, γεγονός που ενισχύει τους φόβους των αναλυτών και των πολιτών ότι η εύθραυστη αυτή εκεχειρία των 60 ημερών ενδέχεται να μην έχει διάρκεια.
















