Σε αυξημένη επιφυλακή βρίσκονται οι αστυνομικές Αρχές στη Βόρεια Ιρλανδία, καθώς εκφράζονται φόβοι για νέα επεισόδια έπειτα από δύο διαδοχικές νύχτες σοβαρών ταραχών στο Μπέλφαστ. Η ατμόσφαιρα στην πόλη παραμένει τεταμένη και αρκετοί κάτοικοι δηλώνουν ότι δεν αισθάνονται ασφαλείς να επιστρέψουν στα σπίτια τους ενώ πολλές επιχειρήσεις περιορίζουν τη λειτουργία τους.
Σύμφωνα με τον βοηθό αρχηγό της αστυνομίας, Ράιαν Χέντερσον, δυνάμεις από άλλες περιοχές της Μεγάλης Βρετανίας θα ενισχύσουν το έργο της τοπικής αστυνομίας. Όπως γνωστοποίησε, στα χθεσινά επεισόδια, την Τετάρτη 10 Ιουνίου τραυματίστηκαν 12 αστυνομικοί, ενώ πραγματοποιήθηκαν 16 συλλήψεις. Για την αποκατάσταση της τάξης χρησιμοποιήθηκαν υδροφόρες και ειδικά βλήματα καταστολής. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι «αυτό που είδαμε δεν έχει καμία σχέση με ειρηνική διαμαρτυρία».
Η βρετανική κυβέρνηση αποδίδει πλέον ξεκάθαρα ρατσιστικά χαρακτηριστικά στα περιστατικά βίας. Ο υπουργός αρμόδιος για τη Βόρεια Ιρλανδία, Χίλαρι Μπεν, καταδίκασε τα γεγονότα ως «ρατσιστικό τραμπουκισμό», επισημαίνοντας ότι άνθρωποι βρέθηκαν στο στόχαστρο λόγω της εθνικής τους καταγωγής και του χρώματος του δέρματός τους.
Την ίδια ώρα, πληθαίνουν οι καταγγελίες που αποτυπώνουν το κλίμα φόβου στην περιοχή. Το συνδικάτο Unison ανέφερε ότι νοσηλεύτρια αλλοδαπής καταγωγής καταδιώχθηκε από κουκουλοφόρους μέχρι το νοσοκομείο Ulster. Παράλληλα, ο πάστορας Ανσέλμ Σίμα, ο οποίος κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, αποκάλυψε πως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την κατοικία του μαζί με την οικογένειά του για λόγους ασφαλείας. «Δεν είμαστε εξωγήινοι», δήλωσε, απευθύνοντας έκκληση για ειρήνη και συνύπαρξη.
Οι αναταραχές έχουν επηρεάσει και την τοπική οικονομία. Επαγγελματικοί φορείς προειδοποιούν για σημαντικές απώλειες στην αγορά. Πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν νωρίτερα από το συνηθισμένο, μετά τη διάδοση πληροφοριών μέσω κοινωνικών δικτύων για πιθανή συνέχιση των επεισοδίων.
Στο μεταξύ, ο άνδρας που δέχθηκε την επίθεση με μαχαίρι, η οποία αποτέλεσε την αφορμή για την έκρηξη της έντασης, εξακολουθεί να νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, ο 44χρονος φέρει σοβαρά τραύματα στο πρόσωπο, τον λαιμό και την πλάτη, ενώ έχασε το αριστερό του μάτι. Η οικογένειά του έχει ζητήσει να σταματήσουν οι ταραχές και να μην αξιοποιείται η υπόθεση για την τροφοδότηση νέων συγκρούσεων.
Για την υπόθεση κατηγορείται ο 30χρονος Χάντι Αλοντίντ, με καταγωγή από το Σουδάν, ο οποίος οδηγήθηκε ενώπιον της Δικαιοσύνης και προφυλακίστηκε αντιμετωπίζοντας κατηγορία για απόπειρα δολοφονίας. Σύμφωνα με βρετανικά δημοσιεύματα, είχε καταθέσει αίτηση ασύλου το 2023 και είχε φτάσει στη Βόρεια Ιρλανδία μέσω της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας.
Παράλληλα, το Λονδίνο ανακοίνωσε την ενίσχυση των μεταναστευτικών ελέγχων σε λιμάνια, αεροδρόμια και δίκτυα μεταφορών, καθώς υπάρχουν αναφορές ότι κυκλώματα διακινητών προωθούν μέσω διαδικτύου εναλλακτικές διαδρομές εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο μέσω Δουβλίνου και Βόρειας Ιρλανδίας.
















