Μια απόφαση με ιδιαίτερη βαρύτητα για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά και συνολικά για την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καταδικάζοντας την Τουρκία για παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων κληρικών του Πατριαρχείου.
Η υπόθεση αφορά δύο κληρικούς στους οποίους οι τουρκικές Αρχές απαγόρευαν να εκλεγούν στη διοίκηση ελληνορθόδοξων Βακουφίων, επικαλούμενες επί δεκαετίες μια συγκεκριμένη ερμηνεία της Συνθήκης της Λοζάνης.
Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση της ελευθερίας θρησκείας και συνείδησης, αλλά και του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, σε μια απόφαση που χαρακτηρίζεται ήδη «ιστορική».
Ο νομικός σύμβουλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Πάρις Ασανάκης, που χειρίστηκε την υπόθεση μαζί με τον δικηγόρο Στρασβούργου Στέφανο Σταύρο, δήλωσε ότι «ο αγώνας διήρκεσε 15 ολόκληρα χρόνια», υπογραμμίζοντας ότι η απόφαση καταρρίπτει μια «εκατονταετή και πλέον αντίληψη» της τουρκικής διοίκησης.
Στην πράξη, η Άγκυρα υποστήριζε επί χρόνια ότι η Συνθήκη της Λοζάνης και τα παραρτήματά της δεν επέτρεπαν σε μέλη του ελληνορθόδοξου κλήρου να ασκούν διοικητικά καθήκοντα στα ομογενειακά Βακούφια – δηλαδή στα κοινοτικά και εκκλησιαστικά ιδρύματα της Ρωμιοσύνης στην Τουρκία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η ερμηνεία παραβιάζει βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.
Η απόφαση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική και για έναν ακόμη λόγο: έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά δικαστικών εξελίξεων που αφορούν τα δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των ελληνορθόδοξων ιδρυμάτων στην Τουρκία.
Χαρακτηριστική ήταν η υπόθεση του Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου, για το οποίο το ΕΔΑΔ είχε καταδικάσει την Τουρκία ήδη από το 2008 για παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας του Πατριαρχείου.
Νομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι η απόφαση μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς και για άλλες αντίστοιχες υποθέσεις που αφορούν τα Βακούφια και τη λειτουργία των ελληνορθόδοξων θεσμών στην Κωνσταντινούπολη.
















