«Μένω στο ενοίκιο εδώ στο Παγκράτι, δεν έχω αυτοκίνητο, ούτε εξοχικό. Υπό μία έννοια, δεν ανταποκρίθηκα στα στοιχεία που καθορίζουν τη λέξη “επιτυχία”. Ούτε διάσημος έγινα, ούτε πλούσιος. Είπα πολλά “όχι”».
Τα παραπάνω λόγια ανήκουν σε έναν από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς της χώρας. Και δεν είναι απόσπασμα από μια παλιά του συνέντευξη, αλλά από πρόσφατη. Ο λόγος για τον Δημήτρη Καταλειφό, ο οποίος εδώ και μισό αιώνα είναι στα θεατρικά πράγματα.
Ηθοποιός αρχικά, αλλά και σκηνοθέτης και δάσκαλος υποκριτικής και μεταφραστής και ποιητής και ζωγράφος. Όλα με άξονα την τέχνη.
«Είναι τόσο υψηλό πράγμα η τέχνη που όταν την ασκείς, πρέπει να είσαι χαμηλότερος. Κι αυτό το λέω όχι με σεμνότητα, αλλά με πλήρη συναίσθηση. Εδώ ένας Καβάφης, που είναι ο μεγαλύτερος ποιητής του κόσμου, έλεγε “Εγώ απλώς υπηρέτησα την τέχνη μου”».
Ποια είναι η πορεία της ζωής αυτού του ανθρώπου, που όχι μόνο δεν επαναπαύεται στις δάφνες του, αλλά συνεχίζει ακάθεκτος – πλέον στα 72 του χρόνια (22 Μαΐου 1954);
Μάλιστα αυτή την περίοδο πρωταγωνιστεί στο Barrymore: ο άνθρωπος πίσω από το θρύλο, στο θέατρο «Άνεσις» (όπου υποδύεται τον μεγάλο ηθοποιό Tζον Μπάριμορ, τον παππού της Ντριου), ενώ ετοιμάζεται για τους καλοκαιρινούς Πέρσες, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη· θα τον δούμε στην Επίδαυρο (3-4 Ιουλίου) να υποδύεται τον Δαρείο.

Θέατρο και πάλι θέατρο δηλαδή. Και ιστορικά, δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι ο Δημήτρης Καταλειφός είναι από τα εμβληματικά πρόσωπα του θεάτρου της Μεταπολίτευσης στη χώρα μας.
Από το 1975 που τελείωσε τη σχολή, μέχρι και σήμερα· δούλεψε με μεγάλους δημιουργούς, συνεργάστηκε με ομάδες που άλλαξαν την εγχώρια θεατρική ιστορία και «κέντησε» ερμηνευτικά σε ρόλους, από την αρχαία τραγωδία μέχρι το νεότερο ρεπερτόριο.
Μεγάλες επιτυχίες, φοβερές κριτικές – αλλά στη συμπεριφορά του ήταν και είναι πάντα σεμνός και προσγειωμένος.
«Μου φαίνεται πάρα πολύ τρελό να μην είναι κάποιος σεμνός. Για ποιον λόγο να καβαλήσει το καλάμι; Πάντα θεωρούσα πως οτιδήποτε κι αν πετύχεις στον επαγγελματικό σου τομέα, αυτό δεν σε κάνει να καμαρώνεις ως άνθρωπος. Υπάρχει βέβαια η ικανοποίηση. Αλλά δεν καταλαβαίνω εκείνους που έχουν ένα ύφος εβδομήντα καρδιναλίων. Μου φαίνεται απλώς γελοίο», δήλωσε πρόσφατα.
Τα χρόνια στη Νέα Σμύρνη
H καταγωγή του είναι από τη Σέριφο και τη Σμύρνη (από τη μεριά της μητέρας του). Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νέα Σμύρνη. Ο πατέρας του είχε φούρνο και μεγάλωσε σε ένα… προάστιο, με χρώματα και μυρωδιές.
Για τη ζωή του έχει πει: «Στη νέα Σμύρνη, όταν το ’30 ο Βενιζέλος είχε δώσει οικόπεδα στους πρόσφυγες, ο παππούς μου έφτιαξε τον πρώτο φούρνο της περιοχής. Ως “Τσανακαλιώτη” τον ξέρανε, γιατί ήταν από το Τσανακαλέ (Δαρδανέλλια). Όταν γεννήθηκα εγώ, ήταν μια συνοικία όλο σπιτάκια και κήπους, αυλές και λουλούδια, ένα πραγματικά πανέμορφο μέρος που τότε το έλεγες και εξοχή. Είχα δύο υπέροχους γονείς. Δεν είχαν καμία ξιπασιά, ήταν ταπεινοί άνθρωποι. Νομίζω αν έχω πάρει ένα προσόν, είναι ότι έχω κι εγώ μια ταπεινότητα».
Από μια κοπέλα που κρατούσε τον μικρό Δημήτρη και τα αδέλφια του –γιατί οι γονείς του δούλευαν–, έμαθε τον κινηματογράφο, αφού τους πήγαινε σχεδόν καθημερινά. Από τότε έγινε λάτρης της 7ης Τέχνης· και όπως λέει, σαν θεατής προτιμάει τον κινηματογράφο, παρά το θέατρο.
Τελείωσε το δημοτικό στη Νέα Σμύρνη και πήγαινε γυμνάσιο: Εκεί γύρω στα 13 του, με τους δικούς του είδαν στο θέατρο τη Μις Πέπσι με την Έλλη Λαμπέτη. Και εκεί αισθάνθηκε τη μεγάλη αποκάλυψη στη ζωή του. Αρχικά ερωτεύεται τη Λαμπέτη – όπως φάνηκε στην πορεία και το θέατρο. Την παράσταση την είδε 7 φορές, φτάνοντας να κρατάει το χαρτζιλίκι του προκειμένου βγάζει εισιτήριο.

Κάποια χρόνια αργότερα, όταν είχε γίνει επαγγελματίας ηθοποιός και υποδυόταν τον Μερκούτιο στο Ρωμαίος και Ιουλιέτα (σε μια «μέτρια παράσταση», όπως είχε πει), και έμαθε ότι ήταν κάτω στους θεατές βρισκόταν η Έλλη Λαμπέτη, από το άγχος του πήρε τέσσερις ασπιρίνες!
Άλλη μια γυναίκα που λάτρευε –και έτυχε– να γνωρίσει ήταν η Μαρινέλλα. Την θαύμαζε από μικρός, την άκουγε, την είχε δει στα κέντρα, αλλά δεν την είχε ως τότε συναντήσει από κοντά. Και πώς έγινε, τους έβαλαν δίπλα-δίπλα στην πρεμιέρα της ταινίας Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι, του Γιάννη Σμαραγδή. Και η Μαρινέλλα γύρισε και του είπε ότι είναι θαυμάστρια του!

Είχαμε μείνει στα χρόνια του γυμνασίου. Το τελείωσε στο Βαρβάκειο, οπότε αναγκαζόταν να παίρνει το λεωφορείο για να κατεβαίνει στο κέντρο. Και εκεί αρχίζει να πηγαίνει θέατρο.
Γοητεύεται από την ατμόσφαιρα του Θεάτρου Τέχνης. Λίγα χρόνια αργότερα δίνει εξετάσεις στη σχολή του, αλλά απορρίπτεται.
Το… μινόρε του στρατιώτη
Πέρασε στη Νομική, κυρίως για να κάνει το χατίρι των δικών του, και παράλληλα σπούδαζε στη δραματική σχολή του Πέλου Κατσέλη – που ήταν και κοντά του. Στην αρχή, οι γονείς του δεν πήραν και πολύ σοβαρά την πορεία του στο χώρο της υποκριτικής.
Μέχρι τη στιγμή που προβλήθηκε στην τηλεόραση το «Μινόρε της αυγής», η αριστουργηματική –και πλέον κλασική– σειρά του Φώτη Μεσθεναίου. Τότε όχι μόνο τον αποδέχτηκαν οι δικοί του, αλλά πέρασε και πολύ ωραία στο στρατό, γιατί λίγο μετά την προβολή της σειράς υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία.
Μάλιστα οι φαντάροι που ήταν μαζί του έλεγαν: «Έχουμε τον πιο διάσημο θαλαμοφύλακα».
Η ιστορία πίσω από τη σειρά είναι ότι ο Καταλειφός ήταν λίγο καχύποπτος με το να κάνει τηλεόραση. Στον Μεσθεναίο τον πρότεινε ο Αντώνης Καφετζόπουλος, με τον οποίο ήταν απλά γνωστοί. Από την άλλη, στο DNA του Καταλειφού υπήρχε το ρεμπέτικο, κυρίως από τον παππού του από τη Σμύρνη, ο οποίος όχι μόνο έπαιζε βιολί, αλλά γνώριζε και τη Ρόζα Εσκενάζι. Αυτή ήταν η πρώτη του τηλεοπτική δουλειά
Στο «Μινόρε της αυγής» τον είδε και ο Παντελής Βούλγαρης – και συνεργάζονται στα Πέτρινα χρόνια, γράφοντας ιστορία με τη Θέμιδα Μπαζάκα.

Στην τηλεόραση έκανε πολύ επιλεκτικές δουλειές. Η αμέσως επόμενη δουλειά του στην μικρή οθόνη ήταν το 2007 με το «10» που βασιζόταν στο ημιτελές βιβλίο του Μ. Καραγάτση. Τεράστια επιτυχία. Τότε μάλιστα σε συνέντευξή του είχε πει μεταξύ αστείου και σοβαρού ότι έπρεπε να κάνει τηλεόραση για να δει τον εαυτό του εξώφυλλο σε έντυπο.
Και λίγα χρόνια αργότερα, όταν υποδύθηκε τον Κρητικό παππού στην σειρά «Η λέξη που δεν λες» – η καλύτερη κριτική που έλαβε ήταν ότι οι περισσότεροι πίστευαν ότι είναι Κρητικός, καθώς ήταν τόσο πειστικός στο ρόλο του.
Οι «όμορφες ομάδες» και πώς διαλύονται
Σύμφωνα με το πνεύμα που κυριαρχούσε στο θέατρο την περίοδο της Μεταπολίτευσης, οι ομάδες είχαν τον πρώτο λόγο και δημιουργούσαν… κατάσταση στην εγχώρια σκηνή.
Αρχικά μαζί με τον Λευτέρη Βογιατζή, δημιουργούν τη «Σκηνή» και την επόμενη δεκαετία το «Εμπρός» με τον Τάσο Μπαντή.
Από το πρώτο εγχείρημα αποχώρησε τα πρώτα χρόνια, ενώ η δεύτερη ομάδα –στην οποία είχε και περισσότερο ηγετικό ρόλο– διαλύθηκε. Όχι με τις καλύτερες συνθήκες.
Σε συνέντευξη του ανέφερε: «Η διάλυση του “Εμπρός” ήταν πιο τραυματική, γιατί εγώ με τον Τάσο ήμασταν πολύ φίλοι – και αυτό δεν μέτρησε στη διάλυση. Αυτό που με χαροποιεί είναι ότι με το πέρασμα του χρόνου ο Τάσος κατάλαβε ότι είχε κάνει ένα τεράστιο λάθος, ήρθαμε κοντά και μετά, όταν αρρώστησε, μιλούσαμε και κάπως γλύκανε αυτός ο χωρισμός, δεν ήταν όπως στην αρχή».
Και συνεχίζοντας έκανε μια πικρή διαπίστωση: «Η φιλοδοξία στο θέατρο μερικές φορές είναι τόσο καταστροφική, αυτό το άτιμο το Εγώ σε τυφλώνει τόσο που σε κάνει να ξεχνάς τι οφείλεις και σε ποιον».
Παρόλα αυτά, ο ίδιος δηλώνει ότι ευχαρίστως και σήμερα θα έστηνε μια νέα ομάδα. Δεν έχει πίκρες από το χώρο, αλλά και πολύ καλές συνεργασίες.
Θεωρεί «μεγάλο πρίγκιπα» τον Δημήτρη Χορν, όταν είχαν συνεργαστεί στον Τίμων ο Αθηναίος, αλλά και την Τζένη Καρέζη με τον Κώστα Καζάκο όταν είχε παίξει μαζί τους στον Βυσσινόκηπο. Δεν διστάζει να επαινέσει τη γενναιοδωρία του Αντώνη Αντύπα, αλλά και του Σπύρου Ευαγγελάτου, λέγοντας πως πήρε τα καλύτερα χρήματα στην καριέρα του.
Ο πρώτος καφές της ημέρας
Μια αγαπημένη του συνήθεια είναι να πίνει τον πρώτο καφέ της ημέρας σε ένα καφενείο στο Παγκράτι. Πριν από 10 χρόνια είχε βάλει σαν όριο το 2026 να τελειώσει από το θέατρο. Νά όμως, σήμερα συνεχίζει ακάθεκτος, έχοντας όπως λέει χιουμοριστικά την «ενέργεια ενός 35άρη».
Για πάνω από τρεις δεκαετίες διδάσκει σε δραματικές σχολές. Χαίρεται για το επίπεδο των νέων ηθοποιών, αλλά εκνευρίζεται με τον τρόπο που χειρίζονται την γλώσσα. «Αυτό που διαφοροποιεί αυτά τα παιδιά από τις δικές μας γενιές είναι ότι έχει χαθεί αυτός ο ρομαντισμός που υπήρχε στην εποχή μας – και δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό. Δεν έχουν τρομερές απαιτήσεις, αρκεί να βρούνε μια δουλειά – αυτό πάει με την εποχή μας ίσως».

Δεν τα πάει καλά με την τεχνολογία, ενώ δεν αντέχει τη συνθήκη ότι για να πας κάπου πρέπει να έχεις κάνει κράτηση πολύ νωρίτερα.
Κάνοντας την αυτοκριτική του έχει πει το εξής: «Ο γάμος πάντα με απωθούσε, με την έννοια ότι δεν μπορώ να φανταστώ δύο ανθρώπους να ζουν για πάντα μαζί. Παρόλα αυτά, έχω μεγάλη ανάγκη το ρόλο του πατέρα, ανάγκη η οποία υποκαθίσταται από τη σχέση δασκάλου-μαθητή που έχω με τους μαθητές μου στις σχολές».
Για τη δουλειά του ηθοποιού πιστεύει πως «το να θέλεις να είσαι άλλος κάθε βράδυ, να σε βλέπουν, να μεταμορφώνεσαι, όλα αυτά που σημαίνουν “ηθοποιία”, νομίζω ότι συμπυκνώνουν την ανάγκη να ξεφύγεις από κάτι που σε πνίγει στην πραγματική ζωή. Το υπογράφω για τον εαυτό μου, σίγουρα. Η τέχνη αναπληρώνει μια θλίψη, έναν πόνο, κάτι που έχει τσαλακωθεί».
Όσο για τα επίθετα όπως «σπουδαίος», «μεγάλος ηθοποιός», αλλά και το θαυμασμό του κόσμου, πολύ απλά πιστεύει αυτό: «Δεν είμαι τελείως άχρηστος, κάτι έχω καταφέρει».

















