Η Ταϊβάν βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο μιας από τις πιο ευαίσθητες εξισώσεις της παγκόσμιας γεωπολιτικής, μετά τις αποκαλύψεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι συζήτησε με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ το ενδεχόμενο πώλησης αμερικανικών όπλων στο νησί – ένα θέμα που εδώ και χρόνια αποτελεί ίσως το σοβαρότερο σημείο ανάφλεξης στις σχέσεις Ουάσινγκτον και Πεκίνου.
Κατά την επιστροφή του στις ΗΠΑ, ο Αμερικανός πρόεδρος αποκάλυψε ότι το θέμα κυριάρχησε στις συνομιλίες τους, επιχειρώντας πάντως να υποβαθμίσει το ενδεχόμενο κλιμάκωσης.
«Ο πρόεδρος Σι και εγώ μιλήσαμε πολύ για την Ταϊβάν» δήλωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι δεν θεωρεί πως υπάρχει σύγκρουση γύρω από το ζήτημα και ξεκαθαρίζοντας ότι δεν ανέλαβε καμία δέσμευση απέναντι στο Πεκίνο.
Ωστόσο, αυτό που ξεχώρισε ήταν η αναφορά του σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο ερώτημα που –όπως είπε– του έθεσε ευθέως ο Κινέζος ηγέτης: αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υπερασπιστούν στρατιωτικά την Ταϊβάν σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης.
Η απάντηση του Ντόναλντ Τραμπ ήταν αποκαλυπτική – ή ίσως ακριβέστερα, η άρνησή του να απαντήσει: «Υπάρχει μόνο ένα άτομο που γνωρίζει την απάντηση και αυτό είμαι εγώ», είπε, προσθέτοντας: «Δεν μιλάω γι’ αυτό».
Η στάση αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη, καθώς αγγίζει τον πυρήνα της λεγόμενης «στρατηγικής ασάφειας» που ακολουθούν διαχρονικά οι ΗΠΑ απέναντι στην Ταϊβάν – μια πολιτική που αποσκοπεί στο να αποτρέψει ταυτόχρονα τόσο το Πεκίνο όσο και μια μονομερή κίνηση ανεξαρτησίας από την Ταϊπέι.
Από τις δηλώσεις πάντως του Ντόναλντ Τραμπ προκύπτει ότι ο Σι Τζινπίνγκ εμφανίστηκε ιδιαιτέρως προσεκτικός στο συγκεκριμένο μέτωπο. Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι ο Κινέζος ηγέτης ξεκαθάρισε πως «δεν θέλει να γίνει μάρτυρας ενός πολέμου ανεξαρτησίας», σε μια διατύπωση που πολλοί αναμένεται να ερμηνεύσουν ως έμμεση προειδοποίηση προς κάθε κατεύθυνση.
Η Ταϊβάν μόνο ένα κομμάτι του παζλ
Πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις και τα χαμόγελα, η συνάντηση ανέδειξε μια πολύ ευρύτερη προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των σχέσεων ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις.
Ο Σι Τζινπίνγκ μίλησε για μια «νέα διμερή σχέση» και για «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα», χαρακτηρίζοντας την επίσκεψη ιστορική. «Έχουμε επιτύχει πολλά», δήλωσε από τους κήπους του Τζόνγκνανχαϊ, του αυστηρά φυλασσόμενου συγκροτήματος όπου διαμένει η κινεζική ηγεσία.
Η επιλογή της τοποθεσίας δεν ήταν τυχαία. Οι κήποι Τζόνγκνανχαϊ, δίπλα στην Απαγορευμένη Πόλη, αποτελούν έναν χώρο με έντονο συμβολισμό και εξαιρετικά περιορισμένη πρόσβαση για ξένους ηγέτες. Ο Ρίτσαρντ Νίξον είχε βρεθεί εκεί το 1972 συναντώντας τον Μάο Τσε Τουνγκ, ενώ ακολούθησαν λίγοι ακόμη Αμερικανοί πρόεδροι, μεταξύ αυτών ο Τζορτζ Μπους και ο Μπαράκ Ομπάμα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ φάνηκε να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη χειρονομία, ρωτώντας μάλιστα τον Σι Τζινπίνγκεάν συνηθίζει να υποδέχεται ξένες αντιπροσωπείες στον συγκεκριμένο χώρο.
Η εικόνα που μεταφέρθηκε ήταν σχεδόν ειδυλλιακή: οι δύο ηγέτες περπάτησαν στους κήπους, συζήτησαν, στάθηκαν ανάμεσα στο πράσινο και ο Σι Τζινπίνγκ προσφέρθηκε να στείλει στον Αμερικανό πρόεδρο σπόρους από τα τριαντάφυλλα που τον είχαν εντυπωσιάσει.
Όμως πίσω από το συμβολικό σκηνικό, οι εκκρεμότητες παραμένουν σημαντικές:
• Η Ταϊβάν εξακολουθεί να αποτελεί το πιο επικίνδυνο μέτωπο στις αμερικανοκινεζικές σχέσεις.
• Το Ιράν και η ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ εισέρχονται πλέον ανοιχτά στην ατζέντα.
• Το εμπόριο, οι δασμοί και οι επενδύσεις παραμένουν ανοιχτές πληγές.
Σύμφωνα με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο ηγέτης της Κίνας προσφέρθηκε να συμβάλει στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, κάτι που το Πεκίνο δεν έχει επιβεβαιώσει πλήρως. Ωστόσο, στην ανακοίνωση του Λευκού Οίκου αναφέρεται ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν πως το πέρασμα πρέπει να παραμείνει ανοιχτό για τη διασφάλιση της ενεργειακής ροής.
Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει 200 αεροσκάφη Boeing. Ωστόσο, η ανακοίνωση δεν προκάλεσε τον ενθουσιασμό που ανέμεναν οι αγορές, καθώς αναλυτές έκριναν ότι το μέγεθος της συμφωνίας υπολείπεται των προσδοκιών, οδηγώντας ακόμη και σε πτώση της μετοχής της εταιρείας.
Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ αποκάλυψε ότι ΗΠΑ και Κίνα συζητούν μηχανισμό επιτάχυνσης κινεζικών επενδύσεων αλλά και μείωσης δασμών σε μη κρίσιμα αγαθά, κάτι που δείχνει ότι παρά τις εντάσεις, οι δύο πλευρές αναζητούν δίαυλους συνεννόησης.
















