Κατά το οθωμανικό δίκαιο οι υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διακρίνονταν σε δύο κατηγορίες: τους μωαμεθανούς και τους μη μωαμεθανούς. Οι μη μωαμεθανοί πάλι, διακρίνονταν και αυτοί σε δύο υποκατηγορίες: τους πολυθεϊστές ή ειδωλολάτρες οι οποίοι αντιμετωπίζονταν πιο άσχημα από κάθε άλλον υπήκοο και τους μονοθεϊστές, δηλαδή τους χριστιανούς και τους ολιγάριθμους ιουδαίους, στους οποίους φαινομενικά το Ισλάμ έδειχνε περισσότερη ανοχή.
Για το πολιτειακό σύστημα του Ισλάμ δεν αρκούσε μόνο η υποταγή στην εξουσία, αλλά στόχος του ήταν η ενσωμάτωση του αλλόθρησκου πληθυσμού και η αποσύνδεση του με την εθνική του ταυτότητα.
Το Ισλάμ δηλαδή επιδίωκε τη δημιουργία μιας αυτοκρατορίας –ενός κράτους «μωσαϊκού» με ομογενοποιημένα όμως χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον Ant Fattal όπως περιγράφει ο καθηγητής νεότερης ελληνικής ιστορίας Κωνσταντίνος Φωτιάδης στον πρώτο τόμο της δεκατετράτομης έκδοσης για την τεκμηρίωση της Γενοκτονίας, ο τζιμμή (ο μη μουσουλμάνος δηλαδή) ήταν υπήκοος δεύτερης κατηγορίας.

Το οθωμανικό κράτος τον ανεχόταν με την προσδοκία να προσηλυτιστεί αλλά και να απομυζήσει την περιουσία του φορτώνοντας τον με δυσβάσταχτους φόρους. Ο τζιμμή δεν μπορούσε ποτέ να εξισωθεί με κάποιον μουσουλμάνο. Διαφορετικά συμπεριφερόταν η πολιτεία στους μουσουλμάνους πολίτες ως προς τη δικαιοσύνη, τα κοινωνικά δικαιώματα και τη φορολογική πολιτική και διαφορετικά στον τζιμμή (χριστιανό ή ιουδαίο ή ακόμα χειρότερα ειδωλολάτρη υπήκοό της).
Η ανισότητα αυτή που καλλιεργούνταν συστηματικά από την ηγεσία του οθωμανικού κράτους, έκανε την καθημερινότητα των μη μουσουλμάνων δυσβάσταχτη.

Ακόμα και ο τελευταίος μουσουλμάνος πολίτης, ο ρακένδυτος, ο ακατέργαστος, ο μη έχων στον ήλιο μοίρα, ήταν σε πολύ ανώτερη θέση από τους Ρωμιούς σε όποια κοινωνική τάξη κι αν ανήκαν. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι Ρωμιοί γίνονταν αποδέκτες υπεροπτικής συμπεριφοράς, σχολίων που στόχο είχαν να τους ταπεινώσουν, να κάμψουν το ηθικό τους και να τους θυμίσουν εν ολίγοις πως είναι «παιδιά ενός κατώτερου Θεού».
Μερικές από τις ρυθμίσεις του οθωμανικού κράτους για τους χριστιανούς ήταν οι παρακάτω:
- Οι χριστιανοί απαγορευόταν να προσηλυτίζουν μωαμεθανούς όπως και να καταφρονούν το Κοράνι.
- Χριστιανοί άντρες απαγορευόταν να παντρεύονται μουσουλμάνες γυναίκες. Το αντίθετο επιτρεπόταν (με την υποχρέωση να αλλαξοπιστήσει η χριστιανή και να γίνει μουσουλμάνα).
- Οι μη μουσουλμάνοι ήταν υποχρεωμένοι να φέρουν ειδική ενδυμασία. Χρώματα όπως το πράσινο (ιερό χρώμα του Ισλάμ) απαγορευόταν αυστηρά για τους χριστιανούς. Γι’ αυτό και κάθε παρουσίαση ποντιακής ενδυμασίας όπως η ζίπκα από ποντιακά χορευτικά συγκροτήματα σε χρώμα πράσινο χαρακτηρίζεται τουλάχιστον ανιστόρητη.
- Οι οικίες των χριστιανών δεν επιτρέπονταν να ξεπερνούν σε ύψος αυτές των μουσουλμάνων. Το ίδιο ίσχυε για τους ναούς. Επιπροσθέτως όσον αφορά τους ναούς δεν επιτρέπονταν να χτυπούν τις καμπάνες, και επιπλέον απαγορευόταν η ανοικοδόμηση καινούργιων εκκλησιών. Περιορισμοί υπήρχαν ακόμα και για τις νεκρώσιμες τελετές όπου οι χριστιανοί απαγορευόταν να θρηνήσουν μεγαλοφώνως τους κεκοιμημένους τους.
- Στους χριστιανούς δεν επιτρεπόταν να φέρουν εμφανώς το Σύμβολο της Πίστης τους, τον Σταυρό. Δεν επιτρεπόταν να ιππεύουν άλογα, δεν επιτρεπόταν να φέρουν και να κατέχουν οπλισμό, δεν επιτρεπόταν να έχουν υπηρετικό προσωπικό σε αντίθεση με τους μουσουλμάνους που όχι απλά είχαν υπηρέτες αλλά ως επί το πλείστον τους αγόραζαν από τα σκλαβοπάζαρα.
Τα πράγματα άρχισαν κάπως να βελτιώνονται στα τέλη του 18ου αι., με τη Συνθήκη Ειρήνης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή μεταξύ αυτοκρατορικής Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τότε για πρώτη φορά μετά από την πτώση της Βασιλεύουσας το 1453, ο χριστιανικός πληθυσμός υπό την προστασία της ομόδοξης Ρωσίας, απέκτησε κάποια ψήγματα θρησκευτικής ελευθερίας. Τότε παραχωρήθηκε στους χριστιανούς το δικαίωμα της λατρείας και παράλληλα εξασφαλίστηκε η προστασία της Εκκλησίας.
Βέβαια αυτές οι ρυθμίσεις ήταν επισφαλείς. Το τι υπογράφονταν στις συμφωνίες και το τι τελικά γινόταν στις κατά τόπους επαρχίες όπου η εξουσία παραχωρούνταν στα χέρια ενός διοικητή, του ντερέμπεη ο οποίος ανάλογα με την προσωπικότητά του καταπίεζε πότε βάναυσα και πότε λιγότερο σκληρά τον χριστιανικό πληθυσμό, ήταν έναν εντελώς διαφορετικό θέμα.
Στα μετέπειτα χρόνια παραχωρήθηκαν και άλλα προνόμια στους υπόδουλους χριστιανούς, και όπως σημειώνει ο καθηγητής Κωνσταντίνος Φωτιάδης αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα της καλής διάθεσης και της φιλανθρωπίας των εκάστοτε σουλτάνων, αλλά αδήριτη ανάγκη για να λειτουργήσει χωρίς προβλήματα η διοικητική μηχανή της μεγάλης σε έκταση αυτοκρατορίας. Το 1812 η Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου εξασφάλιζε στους χριστιανούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το δικαίωμα της μετανάστευσης στις περιοχές που είχε ενσωματώσει η Ρωσία, με τη δυνατότητα να διαχειρίζονται την περιουσία τους εάν είχαν γεννηθεί στις περιοχές αυτές, ή με κάποιον τρόπο δημιουργούσαν περιουσία σε αυτές.
Δύο δεκαετίες αργότερα, το 1839 εκδίδεται το Χάτι Σερίφ (σουλτανικό χειρόγραφο) το οποίο εγγυόταν την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας όλων των υπηκόων της οθωμανικής αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως θρησκεύματος.
Το 1856 μετά από πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων ο σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίτ Α’ παραχώρησε το περιώνυμο Χάτι Χουμαγιούν (αυτοκρατορικό διάταγμα) και επίτρεψε την οικοδόμηση νέων χριστιανικών ναών και την ίδρυση χριστιανικών σχολείων με την αυστηρή επίβλεψη πάντα του προγράμματος σπουδών.

Το Χάτι Χουμαγιούν ήταν ο μεγαλύτερος μέχρι τότε μεταρρυθμιστικός νόμος που «εξίσωνε» όλους τους υπηκόους της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τους έδινε την δυνατότητα να καταλαμβάνουν κρατικά αξιώματα ανεξαρτήτως εθνικότητας και έδινε στους χριστιανούς το δικαίωμα να εξαγοράζουν την στρατιωτική τους θητεία. Μεταξύ άλλων το καινούργιο διάταγμα του σουλτάνου που αποτελούσε βελτιωμένη εκδοχή του νόμου του 1839 όριζε:
- Άρθρα 1ο-2ο: Επικυρώνονται τα προνόμια που χορηγήθηκαν σε προηγούμενες μεταρρυθμιστικές πολιτικές που αφορούν στις χριστιανικές αλλά και σε άλλες κοινότητες.
- Άρθρα 7ο-8ο-9ο: Όσον αφορά στα αμιγώς χριστιανικά χωριά καταργούνται οι περιορισμοί στη λατρεία και ανεγείρονται σχολεία, νοσοκομεία, ναοί και κοιμητήρια των κοινοτήτων.
- Άρθρα 10ο-11ο: Κάθε κοινότητα έχει το δικαίωμα να επισκευάζει και να ανεγείρει δημόσια κτήρια όπως ναούς, νοσοκομεία, σχολεία.
- Άρθρα 12ο-13ο: Θεσπίζεται η Ανεξιθρησκία.
- Άρθρα 14ο: Όλοι οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας είναι δεκτοί ανεξαρτήτως εθνικότητας σε δημόσιες υπηρεσίες και δημόσια αξιώματα.
- Άρθρα 23ο-24ο-25ο: Εξασφαλίζεται η ζωή και η περιουσία όλων των εθνοτικών ομάδων της αυτοκρατορίας. Καταργούνται τα βασανιστήρια.
- Άρθρα 26ο-27ο-28ο: Ο νόμος εφαρμόζεται το ίδιο τόσο για τους μουσουλμάνους όσο και για τους μη μουσουλμάνους κατοίκους της αυτοκρατορίας.
- Άρθρα 38ο: Οι νόμοι κατά της διαφθοράς των δημοσίων λειτουργών θα εφαρμόζονται αυστηρά.
Η Ισοπολιτεία και η Ανεξιθρησκία που κατοχύρωνε το Χάτι Χουμαγιούν, παρά τις αντιδράσεις του μουσουλμανικού στοιχείου και τη δικαιολογημένη επιφύλαξη του ελληνικού, δημιούργησε πεδίον δράσης λαμπρόν για τις πνευματικές και οικονομικές δραστηριότητες των Ελλήνων. Ιδρύθηκαν τέσσερις τράπεζες από Έλληνες-Ποντίους τραπεζίτες, πληθώρα ελληνικών σχολείων που απευθύνονταν τόσο σε αγόρια όσο και σε κορίτσια (τα Φροντιστήρια και τα Παρθεναγωγεία – δείγμα του δημοκρατικού ήθους των Ποντίων) και κοινωνικές δομές από τις οποίες έως τότε ο ελληνικός πληθυσμός ήταν αποκλεισμένος.

Ήταν όμως ικανές από μόνες τους οι μεταρρυθμίσεις του 1856, έστω και μετά από πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων (για να εξυπηρετηθούν βέβαια οι δικοί τους σκοποί), για να γεφυρωθούν οι διαφορές μεταξύ των χριστιανών Ελλήνων και των μουσουλμάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;
Χωρίς καμιά αμφιβολία είχαν θετικό πρόσημο για τον ελληνισμό του Πόντου, όπου βέβαια το περιεχόμενο του νόμου δεν ήταν κενό γράμμα.
Στο σύνολο όμως της επικράτειας ίσχυε το «δίκαιο του ισχυρού» δηλαδή ο νόμος των κατά τόπων σατραπίσκων διοικητών. Οι βιαιοπραγίες και η ασυδοσία έναντι των χριστιανών επιβεβαιώνονται και από πηγές των αρχείων του υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας.
Ο Ρώσος βοτανολόγος και συγγραφέας Τσιχάεβ αναφέρει χαρακτηριστικά στο οχτάτομο έργο του που αφορά τη Μικρά Ασία την ασύδοτη συμπεριφορά του πασά του Ερζερούμ (Θεοδοσιούπολη).
Ο πασάς είχε αποφασίσει να μην επιτρέψει να μαθευτεί και να εφαρμοστεί ένα «τόσο εξευτελιστικό για την αξιοπρέπεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κείμενο». Παρέδωσε μεν σε δύο επισκόπους το φιρμάνι του σουλτάνου εκτελώντας «αγγαρεία» φροντίζοντας όμως να τους απειλήσει πως εάν επιχειρήσουν να επωφεληθούν από τις διατάξεις, δεν εγγυάται για τα κεφάλια των ίδιων και του ποιμνίου τους.

Οι επίσκοποι έλαβαν το φιρμάνι του σουλτάνου αλλά δεν τόλμησαν να ενημερώσουν το ποίμνιό τους. Το Χάτι Χουμαγιούν, ο ρηξικέλευθος μεταρρυθμιστικός νόμος, κατέληξε να είναι κενό γράμμα σε πολλές επαρχίες. Όπως σημειώνει ο Τσιχάεβ ο περίφημος νόμος ήταν πολύ περισσότερο γνωστός στην Ευρώπη παρά στην χώρα στην οποία έπρεπε να εφαρμοστεί!
















