Η Εύχαρη Δεληγιαννίδου ζούσε στον οικισμό Άττα (Ατά, Αντά, πιθανότατα από το τουρκικό ada: νησί, λόγω της θέσης του ανάμεσα σε δύο ποτάμια). Βρισκόταν 13 χλμ νοτιοδυτικά της Σαμψούντας, στην κοιλάδα του Καρά-ντερέ σουγιού. Κτισμένος σε υψόμετρο 150μ, ο οικισμός είχε σταθμό χωροφυλακής (karakol) και εκκλησιαστικά υπαγόταν στη μητρόπολη Αμασείας. Είχε δύο μαχαλάδες και αριθμούσε περί τα 40 σπίτια, όλα ελληνικά.
Πριν από το 1914, ο πληθυσμός ανερχόταν σε 340 άτομα, οι περισσότεροι με καταγωγή από την Αργυρούπολη και οι οποίοι μιλούσαν ποντιακά.
Συντηρούσαν εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Κωνσταντίνο και διτάξιο Δημοτικό Σχολείο. Η οικονομία τους βασιζόταν στην παραγωγή καπνών και οικονομικό κέντρο της περιοχής ήταν η Σαμψούντα.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Απ’ όλους τους χωριανούς μας, μόνο εγώ γλίτωσα απ’ το μαχαίρι και τη φωτιά. Τα θυμάμαι και τρέμω ακόμα. Ήρθαν Τσέτες του Τοπάλ Οσμάν και μας έχασαν. Πρώτα σκότωσαν, ύστερα έκλεψαν τα σπίτια και ύστερα τα έκαψαν. Δυο-τρεις γυναίκες έφυγαν. Τις κυνήγησαν και τις σκότωσαν. Ύστερα τις βίασαν. Εγώ ήμουν κρυμμένη στο ποτάμι, μέσα σ’ ένα θάμνο.
Μεταξύ τους οι Τούρκοι γελούσαν. Άκουσα που έλεγαν: «Δεν ντρέπεστε! Πεθαμένες…».
Παπά είχαμε τον παπα-Δημήτρη. Θείος μου ήταν. Χάθηκε. Όταν έκαψαν και έσφαξαν το χωριό μας οι Τσέτες του Τοπάλ Οσμάν, πρώτα αυτόν σκότωσαν. Χτύπησαν την πόρτα του. Αυτός δεν άνοιξε. Τον έβρισαν. Έσπασαν χτυπώντας με πέτρα την πόρτα του σπιτιού του. Μπήκαν μέσα, τον πήραν και πήγαν και τον κάρφωσαν στην πόρτα της εκκλησίας.
Εμάς όλους μας μάζεψαν στα σπίτια και σκότωσαν τον κόσμο με τα ντουφέκια στα σπίτια μέσα. Ύστερα έδωσαν φωτιά στα σπίτια. Εγώ γλίτωσα φεύγοντας.
Ήταν κι άλλοι απ’ άλλα χωριά στο χωριό μας, καταδιωκόμενοι και τρομοκρατημένοι χριστιανοί. Μια βδομάδα μπροστά ήρθε στο χωριό μας αυτός ο κόσμος, επειδή ήταν το Καρακόλ στην Άττα. Ήρθαν γυναικόπαιδα απ’ το Τερετζίκ, μισή ώρα απόσταση απ’ το Αβτζόγλου, απ’ το Καράσογγουρ, απ’ το Σογκούτ, απ’ το Τσολαγάντων, απ’ το Τεκνέπουγαρ. Κι αυτοί σκοτώθηκαν.
Οι Τούρκοι ήρθαν απ’ τη μεριά του χωριού Τεκρενάντων. Ξημερώματα ήρθαν. Πυροβολούσαν. Βροντούσαν και φώναζαν: «Έξω να μη βγείτε!».
Εγώ πήγα στου θείου μου το σπίτι. Κρύφτηκα στο ποτάμι. Ανάμεσα απ’ τα φύλλα έβλεπα το χωριό. Κι έτσι γλίτωσα.
















