Το 2007 η ελληνική δημοσιογραφία και τα ελληνικά γράμματα αποχαιρέτησαν τον Γεώργιο Ν. Λαμψίδη (γενν.: Ερζιγκιάν, 1912), αλλά ταυτόχρονα τον αποχαιρέτησε και όλος ο ποντιακός ελληνισμός, καθώς με το συγγραφικό έργο του είχε κατορθώσει να φέρει πιο κοντά «στο ύψος των ματιών» τις φρικαλεότητες που διαδραματίστηκαν κατά τη Γενοκτονία των Ποντίων.
Το έργο του Τοπάλ Οσμάν – Ένα χρονικό μιας άγνωστης ελληνικής τραγωδίας δημοσιεύτηκε αρχικά σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης από τις 22/4 έως τις 3/12 του 1962, με αφορμή τη συμπλήρωση 40 ετών από τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Το είχε παραγγείλει ο εκδότης, όπως γράφει ο Λαμψίδης στο σημείωμά του «Στον αναγνώστη», αντί προλόγου: «Η εφημερίδα ήθελε ένα πρόσωπο, έναν ήρωα ή έναν αδίστακτο εγκληματία στην περιοχή του Πόντου. […] η εφημερίς ήθελε να πάρη στην επέτειο των 40 χρόνων ενεργό μέρος με ένα γλαφυρό ιστορικό ανάγνωσμα».

Στη συνέχεια ο συγγραφέας περιγράφει πώς (σχεδόν κατά τύχη) εντόπισε στη βιβλιοθήκη του ένα μικρό βιβλιαράκι του Γ. Κανδηλάπτη (Κάνι) με τον δυσανάλογα μακρύ τίτλο Τα επίχειρα της κακίας ή το τέλος του Κερασουντίου κακούργου Τοπάλ Οσμάν (ιστορικόν δοκίμιον), και με αυτό ως βατήρα βούτηξε στην αναζήτηση μαρτυριών και στοιχείων.
Άλλωστε, πολλοί Πόντιοι εκείνης της εποχής είχαν ακόμα ζωντανές στη μνήμη τους τις τραγικές εικόνες!
Ο Λαμψίδης, πέρα από μαρτυρίες, αναζήτησε και αξιοποίησε δημοσιογραφικές πηγές της εποχής, αλλά και μελέτες ιστορικών. Εν ολίγοις, το βιβλίο του Τοπάλ Οσμάν δεν είναι απλώς ένα ελαφρύ ανάγνωσμα που προκαλεί το συναίσθημα. Είναι ένα ανάγνωσμα που προκαλεί το συναίσθημα γιατί είναι βασισμένο σε ιστορικά στοιχεία.
Στο pontosnews.gr έχουμε παρουσιάσει κατά καιρούς διάφορα κεφάλαια αυτού του συγκλονιστικού έργου, που όντως ανταποκρινόταν στην «παραγγελιά» του εκδότη. Είναι γλαφυρό, και είναι ιστορικό. Σήμερα, παραμονές της επετείου της Γενοκτονίας των Ποντίων, επιλέγουμε να αναδημοσιεύσουμε το πρώτο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Η αρχή της σταδιοδρομίας ενός τέρατος».

Όταν στα 1912 άρχισαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Οσμάν Φερεντίν, ο άσημος βαρκάρης της Κερασούντος, άνθρωπος του σχοινιού και του παλουκιού, με το μαχαίρι πάντα στο ζυνάρι του, ήταν ανήσυχος.
— Μαζεύθηκαν να μας φάνε, αλλά θα τους δείξουμε εμείς τι αξίζουμε, έλεγε στη συντροφιά του λιμανιού.
Όμως οι ειδήσεις από τα μέτωπα της Ελλάδος, της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας δεν ήσαν ευχάριστες. Ο τουρκικός στρατός υποχωρούσε από παντού, από τη Σερβία, τη Μακεδονία, τη Θράκη. Τα ελληνικά στρατεύματα είχαν φθάσει στο Σαραντάπορο και προχωρούσαν προς την Κοζάνη.
Ο Οσμάν Φερεντίν πήρε πια την απόφαση. Ένα πρωινό, φορτωμένος με ένα δισάκι και ακονισμένο πιο πολύ το μαχαίρι πήγε και κατατάχθηκε στο στρατό εθελοντής να πολεμήσει τους γκιαούρηδες.
Τη μέρα που έφθασε το πλοίο να παραλάβει ένα ετερόκλητο πλήθος «εθελοντών», που πήγαιναν περισσότερο να πλιατσικολογήσουν παρά να πολεμήσουν, ο Οσμάν ντυμένος με την τουρκική στρατιωτική στολή, ανέβηκε πάνω σε κάτι τσουβάλια φουντούκια που ήταν έτοιμα να φορτωθούν και ανήγγειλε με κραυγαλέα φωνή και κουνώντας το γυμνό κοφτερό μαχαίρι του ότι πάει να πολεμήσει.
Το λιμάνι της Κερασούντος είχε πήξει από κόσμο που έτρεχε να αποχαιρετήση τους «εθελοντάς» και τον Οσμάν, το παλληκάρι.

— Οι γκιαούρηδες, γρύλιξε προς τους συγκεντρωμένους, ενώθηκαν όλοι για να χτυπήσουν το μεγάλο κράτος μας και να σφάξουν τους πιστούς του Ισλάμ… Όμως θα μάθουν πόσο κοφτερό είναι το μαχαίρι μας όταν θ’ αγγίξη τον βρωμερό λαιμό τους … Και αν θέλουν ας δοκιμάσουν…
Και αρπάζοντας από έναν που έστεκε δίπλα του έναν κόκορα, που φτεροκοπώντας προσπαθούσε να ελευθερωθή, έδωσε μια κοφτή μαχαιριά στο λαιμό, από τον οποίο το αίμα τινάχθηκε πιτσιλιστό πάνω του και πάνω στον κόσμο.
Ύστερα ο Οσμάν αφού πέταξε τον σφαγμένο κόκορα πάνω στο πλήθος που φώναζε, χειρονομούσε, απειλούσε και χειροκροτούσε, έγλειψε με την γλώσσα του το ματωμένο μαχαίρι και το έβαλε πάλι στο ζουνάρι του.
Το εξαγριωμένο και φανατισμένο πλήθος ζητωκραύγαζε και καταριόταν τους γκιαούρηδες.
— Θα τους σφάξουμε…
— Εσύ θα τους εκδικηθείς, Οσμάν.
— Οι γκιαούρηδες στο μαχαίρι.
Και ο Οσμάν συνέχισε…
— Ναι, είπε, οι νόμοι μας και ο προφήτης μας μας δίνουν συγχώρεση όταν καταστρέφουμε απίστους για να μεγαλώσει το Ισλάμ… Και θα δήτε σε λίγο τι θα κάνει ο Οσμάν Φερεντίν.
Όταν το πλοίο σάλπαρε, το πλήθος έτσι εξαγριωμένο, προχώρησε μέσα στην πόλη και πέρασε από τα ελληνικά καταστήματα που ήταν κλειστά, με αιμοχαρή πολεμικά συνθήματα:
— Όλοι οι άπιστοι στο μαχαίρι…
Μια Ελληνίδα 18 χρονών
Ο Οσμάν αποβιβάσθηκε στην Κωνσταντινούπολη μαζύ με τους άλλους και γρήγορα έφθασε στην Τσατάλτζα για να σταλεί στο μέτωπο.
Η κατάσταση του τουρκικού μετώπου χειροτέρευε. Εξαντλημένα στρατεύματα οπισθοχωρούσαν προς την Θεσσαλονίκη και τα Γιαννιτσά, όταν κατελήφθη και η Βέροια από τον ελληνικό στρατό. Παρ’ όλα αυτά η Διοίκηση των Εφεδρειών Τσατάλτζας έστελνε συνεχώς προς την Μακεδονία όσες δυνάμεις έφθαναν από το εσωτερικό της Τουρκίας για να σταθεροποιήσουν κάπου το μέτωπο τους. Χωρίς εφόδια πολλά, χωρίς μεταφορικά μέσα οι Τούρκοι «εθελοντές» και άλλες βοηθητικές δυνάμεις προχωρούσαν αργά και οκνά διασχίζοντας τη Θράκη και λεηλατώντας.
Ο Οσμάν ετέθη επικεφαλής 40 άλλων «εθελοντών» και ξεκίνησε για να εκδικηθεί τους «γκιαούρηδες» Έλληνες. Έπρεπε να φθάση στη Μακεδονία για να δώσει την πρώτη μάχη με το όπλο στο χέρι και το μαχαίρι στα δόντια.
Απ’ την Τσατάλτζα όμως έως τη Θεσσαλονίκη η διαδρομή δεν μπορούσε να γίνει σε μια και δυο μέρες. Ήθελε εβδομάδες και εβδομάδες σκληρής πορείας. Και ο Οσμάν απειλώντας και λεηλατώντας προχωρούσε. Την τρίτη ημέρα απ’ την αναχώρησή του έφθασε σ’ ένα ελληνικό χωριό των Σαράντα Εκκλησιών και κατέλυσε στο σπίτι του Έλληνος προέδρου, του μουχτάρη του χωριού.
— Άκου γκιαούρη, του είπε, έχω σαράντα παλληκάρια και θέλω να τα βολέψεις απόψε. Όσο για μένα και δυο συντρόφους μου, θα μας έχης απόψε στο σπίτι σου.
— Όπως διατάζει η αφεντιά σου, αγά μου, απάντησε τρέμοντας ο μουχτάρης. Θα τα βολέψωμε όλα. Μόνο περάστε μέσα στο φτωχικό μου να ησυχάσετε.
Ο Οσμάν πέρασε μέσα σαν σίφουνας με τους δύο «σωματοφύλακές» του και ξάπλωσε στα μαλακά ντιβάνια που βρήκε στον «μουσαφίρ-οντά».
— Και να μας κάνης φαΐ ό,τι καλό έχεις, πρόσταξε στον μουχτάρη που υποκλινόταν όλο. Να σφάξης κανένα μοσχάρι, κανένα πρόβατο θρεμμένο. Άντε.
— Αφέντη, του είπε με συγκαταβατική φωνή ο Έλληνας, δεν μας έμειναν ζώα… Τα δώσαμε στο στρατό της Μεγάλης Τουρκίας για να νικήσει… Μόνο κότες…
— Δεν ξέρω τι κάνατε, παλιογκιαούρηδες, τώρα θέλω να βρης κρέας να ταΐσης τα παλληκάρια μου και να μας περιποιηθείς και εμάς…
Ο μουχτάρης έτρεξε έξω και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι να ταχτοποιήση τους στρατιώτες και να βρη την τροφή τους.
Η γυναίκα του μουχτάρη και η κόρη του, που ήταν μόλις 18 χρονών, άκουσαν όλη την άγρια στιχομυθία από το διπλανό δωμάτιο και θέλοντας να καλοπιάσουν τον «αφέντη», τους έβγαλαν ένα βάζο γλυκό και καφέδες.
Ο Οσμάν μόλις είδε την κοπέλλα αναγάλλιασε από την χαρά του.
Λέγεται ότι εκεί στο σπίτι του μουχτάρη, που κατέλυσε, ο Οσμάν Φερεντίν θέλησε να βιάσει την κόρη, μια Ελληνίδα 18 χρονών, σέρνοντάς την μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο. Εκείνη τη στιγμή, ενώ η κοπέλα σφάδαζε και μούγκριζε από το απαίσιο σφιχτοαγκάλιασμα του Οσμάν που πάλευε ακόμα να την καθυποτάξη και να την ακινητοποιήση για να επιτύχει τον σκοπό του, η μητέρα μπήκε αθόρυβα μέσα στο δωμάτιο και σαν σίφουνας μ’ ένα μαχαίρι έπεσε πάνω στο θηρίο, πάνω στο βδελυρό αυτό σύμπλεγμα, για να αποτελειώσει τον απαίσιο βιαστή.

Στην πάλη αυτήν η μητέρα έδωσε μια μαχαιριά που βρήκε το κτήνος στο πόδι του και έτσι έμεινε κουτσός από τότε.
Οι γονείς όμως και η κοπέλα εκτελέσθηκαν μέσα στο σπίτι τους.
Ο Οσμάν μεταφέρθηκε με φορείο στο πρώτο στρατιωτικό νοσοκομείο και εισήχθη για θεραπεία. Το τραύμα παρ’ όλο ότι δεν ήταν επικίνδυνο, ήθελε μήνες να θεραπευθή. Το μαχαίρι με την ορμή της αγανακτισμένης μητέρας χώθηκε στο κόκαλο του γόνατου και του άφησε μιαν ανάμνηση: να κουτσαίνει σ’ όλη του τη ζωή.
Από το νοσοκομείο που βρισκόταν έστελνε γράμματα για να πληροφορήση τους δικούς του για τον «ηρωισμό». Έγραφε ότι δίνοντας μάχη μ’ ένα βουλγάρικο απόσπασμα τραυματίσθηκε στο γόνατο , αλλά πολύ γρήγορα θα σηκωθή να τραβήξη προς το ελληνικό μέτωπο… Άλλα δεν πρόλαβε να φθάση στο μέτωπο γιατί ενώ οι Βαλκανικοί Πόλεμοι είχαν τελειώσει σύντομα, ο Οσμάν ήταν κατάκοιτος στο νοσοκομείο.
Άλλη εκδοχή αναφέρει ότι το τραύμα στο γόνατό του το έκανε ο ίδιος, γιατί τον είχε πιάσει φοβία όσο πλησίαζε στο μέτωπο. Αυτοτραυματίσθηκε για να μεταφερθεί στα μετόπισθεν, όταν ήλθε η σειρά του να αντικρύση τη φωτιά του πολέμου.
Πραγματικά […] ο Τοπάλ Οσμάν απέφευγε συνεχώς και επιμελώς να πάει στα διάφορα μέτωπα. Ήταν δειλός στη σύγκρουση και γενναίος απέναντι σε άοπλους. Έβρισκε διάφορες προφάσεις να δρα στα μετόπισθεν όπου υπήρχε πλήρη ασφάλεια.
Κουτσός πλέον και με δεκανίκια στην αρχή, βγήκε από το νοσοκομείο και έφθασε ένα πρωινό στην Κερασούντα. Οι φίλοι του και οι γνωστοί του που τον υποδέχθηκαν στο λιμάνι, του έδιναν συγχαρητήρια για τον ηρωισμό του.
— Πέσαμε που λέτε πάνω σε βουλγαρικό απόσπασμα, τους εξήγησε. Φάγαμε τους πιο πολλούς, αλλά την ώρα που σηκώθηκα να τρέξω να κυνηγήσω τους υπόλοιπους, δέχθηκα μια σφαίρα στο γόνατο. Όμως πού θα πάνε, θα πέσουν γρήγορα στο μαχαίρι μου οι Έλληνες. Για αυτούς πήγαινα… Αλλά και γι’ αυτούς φυλάω την εκδίκησή μου.
Το πλήθος τον πήρε στα χέρια και τον πήγε στο σπίτι του με έξαλλο ενθουσιασμό. Ήταν ο «ήρωας» των Βαλκανικών πολέμων και το παλικάρι.
Από τότε ο Οσμάν πήρε το πασρατσούκλι «Τοπάλ» (κουτσός) και έγινε Τοπάλ Οσμάν. Τοπάλ Οσμάν, ο άγριος σφαγέας των αμάχων.
















