Για πρώτη φορά μετά από 100 χρόνια, διαβάστηκαν δημόσια τα ονόματα των 52 οικογενειών Ποντίων που εγκαταστάθηκαν στο Κίζαρι Ροδόπης, γράφοντας την αρχή της ιστορίας του χωριού.
Πρόκειται για οικογένειες που είχαν φτάσει στην Ελλάδα από το Σοχούμ της Αμπχαζίας, εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Καλαμαριά και τον Φεβρουάριο του 1926 μεταφέρθηκαν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μέστης, στα όρια Ροδόπης και Έβρου. Από εκεί, με άμαξες που έσερναν βουβάλια, οδηγήθηκαν στο Κίζαρι, όπου και ρίζωσαν.
Την ιστορική αυτή μνήμη τίμησε ο Σύλλογος Απανταχού Κιζαριωτών «Ο Πόντος», σε μια εκδήλωση με έντονο συγκινησιακό φορτίο.
Οι απόγονοι των πρώτων προσφύγων, ακούγοντας τα ονόματα των οικογενειών, προχώρησαν σε μια συμβολική πράξη μνήμης: την απόθεση ενός κόκκινου γαρίφαλου στο χώρο του μνημείου.
Είχε προηγηθεί επιμνημόσυνη δέηση από τον μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής Παντελεήμονα, παρουσία τοπικών Αρχών, μεταξύ των οποίων ο αντιπεριφερειάρχης Ροδόπης Μανώλης Ταπατζάς, ο δήμαρχος Μαρωνείας-Σαπών Απόστολος Ιωάννου και η πρόεδρος του Συλλόγου Βούλα Ελευθεριάδου.
Τα ονόματα ανέγνωσε ο μουσικός Γιάννης Παγκοζίδης, ενώ η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με σέρρα, τον εμβληματικό πολεμικό χορό των Ποντίων, που συμβολίζει τη δύναμη και τη συνέχεια της παράδοσης.

Η δεύτερη προσφυγιά και το χτίσιμο ενός χωριού από την αρχή
Οι 52 οικογένειες που έφτασαν στο Κίζαρι δεν ήταν απλοί πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Είχαν ήδη βιώσει μια πρώτη μετακίνηση από τον Πόντο προς τον Καύκασο και, λίγα χρόνια αργότερα, βρέθηκαν ξανά στο δρόμο της προσφυγιάς.
Η εγκατάστασή τους στο Κίζαρι έγινε κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Το χωριό, ημιορεινός οικισμός της Ροδόπης, δεν είχε υποδομές. Οι νέοι κάτοικοι κλήθηκαν να ξεκινήσουν από το μηδέν: να καλλιεργήσουν τη γη, να χτίσουν σπίτια, να οργανώσουν μια νέα κοινωνία.
Με κόπο και επιμονή, δημιούργησαν μια ζωντανή αγροτική κοινότητα, βασισμένη στην καλλιέργεια και την αυτάρκεια. Παράλληλα, διατήρησαν ζωντανά τα ήθη, τη γλώσσα και τις παραδόσεις του Πόντου, μεταφέροντάς τα στις επόμενες γενιές.

Η ιστορία αυτή έχει καταγραφεί και στο βιβλίο του Μιχάλη Διαμαντίδη Το χωριό μ’ το Κίζαρι 1926-2010, που συγκεντρώνει μαρτυρίες, ντοκουμέντα και προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων που βίωσαν τη δεύτερη προσφυγιά.
Από την ακμή στη σιωπή – ένα χωριό που επιμένει να θυμάται
Έναν αιώνα μετά, η εικόνα στο Κίζαρι έχει αλλάξει δραματικά. Από έναν ζωντανό οικισμό με εκατοντάδες κατοίκους, σήμερα αριθμεί μόλις περίπου 30 μόνιμους κατοίκους, στην πλειονότητά τους ηλικιωμένους.
Την ίδια στιγμή, οι «απανταχού Κιζαριώτες» υπολογίζονται σε χιλιάδες, σκορπισμένοι σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και του εξωτερικού, διατηρώντας όμως δεσμούς με τον τόπο καταγωγής τους.
Η συρρίκνωση του πληθυσμού ακολουθεί τη γενικότερη τάση της ελληνικής υπαίθρου, όμως το Κίζαρι εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για την ιστορική μνήμη του ποντιακού ελληνισμού.
Η εκδήλωση για τα 100 χρόνια δεν λειτούργησε μόνο ως φόρος τιμής στο παρελθόν, αλλά και ως υπενθύμιση ότι η ιστορία αυτών των ανθρώπων παραμένει ζωντανή. Όχι μόνο μέσα από τις αφηγήσεις, αλλά μέσα από την ίδια την παρουσία των απογόνων τους, που επιστρέφουν στον τόπο και κρατούν τη μνήμη ενεργή.
















