Ο Ντόναλντ Τραμπ πριν από μερικές ώρες παράταση της κατάπαυσης του πυρός ανάμεσα στο Ισραήλ και τον Λίβανο, η ισχύς της οποίας επρόκειτο να εκπνεύσει μεθαύριο Κυριακή, για «τρεις εβδομάδες», μετά το πέρας των συνομιλιών αντιπροσώπων των δυο χωρών στις οποίες συμμετείχε προσωπικά στον Λευκό Οίκο, εκτιμώντας παράλληλα πως θα μπορούσε να συναφθεί συμφωνία ειρήνης ανάμεσά τους εντός του έτους.
«Η κατάπαυση του πυρός μεταξύ του Ισραήλ και του Λιβάνου θα παραταθεί για τρεις εβδομάδες», ανέφερε, πληκτρολογώντας τις δυο τελευταίες λέξεις της φράσης αυτής με κεφαλαία γράμματα, ο Αμερικανός πρόεδρος μέσω Truth Social, συνοψίζοντας τη συνάντηση που «πήγε πολύ καλά!», όπως διαβεβαίωσε.
Σημείωσε στο ίδιο μήνυμα ότι η Ουάσινγκτον «θα συνεργαστεί με τον Λίβανο για να τον βοηθήσει να προστατευτεί» από τη Χεζμπολάχ, που πρόσκεινται στο Ιράν.
Πριν από τη συνάντηση, η κυβέρνηση του Λιβάνου ανέφερε πως ήθελε να εξασφαλίσει παράταση της εύθραυστης ανακωχής, η οποία εφαρμόζεται από τη 17η Απριλίου, σε μια περίοδο που η κατάσταση στο πεδίο παραμένει εξαιρετικά ασταθής και επιρρεπής σε κλιμάκωση.
Λίγο αργότερα, απευθυνόμενος σε δημοσιογράφους, ο Ντόναλντ Τραμπ έκρινε πως υπάρχει «πολύ καλή πιθανότητα» να υπογραφεί συμφωνία ειρήνης μεταξύ του Ισραήλ και του Λιβάνου εντός 2026, ενώ διαβεβαίωσε πως αναμένει ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο πρόεδρος του Λιβάνου Ζοζέφ Αούν να συναντηθούν στον Λευκό Οίκο «τις επόμενες εβδομάδες».
Ο πρόεδρος Αούν είπε νωρίτερα: «Ελπίζω να μπορέσω να πάω στην Ουάσινγκτον για να συναντηθώ με τον πρόεδρο Τραμπ και να τον ενημερώσω για την αλήθεια για αυτό που γίνεται στον Λίβανο», συμπληρώνοντας πως δεν σχεδιάζει να έχει συνάντηση με τον ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου.
Οι δυο χώρες –που παραμένουν από τυπική σκοπιά σε εμπόλεμη κατάσταση– είχαν ήδη συνομιλίες στην Ουάσινγκτον τη 14η Απριλίου, τις πρώτες από το 1993, στο πλαίσιο της προσπάθειας να λάβει τέλος ο πόλεμος στον οποίο σύρθηκε ο Λίβανος τη 2η Μαρτίου, όταν η Χεζμπολάχ εκτόξευσε πυραύλους εναντίον του Ισραήλ.
Οι ΗΠΑ κατόπιν ανακοίνωσαν κατάπαυση του πυρός διάρκειας 10 ημερών στον πόλεμο αυτό, που έχει στοιχίσει τη ζωή σε σχεδόν 2.500 ανθρώπους κι έχει αναγκάσει να εκτοπιστούν πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι στη λιβανική πλευρά, αποτυπώνοντας το μέγεθος της ανθρωπιστικής κρίσης.
Εκτός από τον Αμερικανό πρόεδρο, παρόντες στη συνάντηση ήταν επίσης ο αντιπρόεδρός του Τζέι Ντι Βανς, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, καθώς και οι Αμερικανοί πρεσβευτές στις δυο χώρες, αντίστοιχα ο Μισέλ Ίσα και ο Μάικ Χάκαμπι. Τις κυβερνήσεις των δυο χωρών εκπροσώπησαν οι πρεσβευτές Γιεχιέλ Λέιτερ και Νάντα Χαμάντε Μοαουάντ.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε ενώ ο ισραηλινός στρατός συνέχιζε τους βομβαρδισμούς του. Προχθές σκοτώθηκε η δημοσιογράφος Άμαλ Χαλίλ και τραυματίστηκε η φωτοειδησεογράφος Ζέιναμπ Φαράζ στον νότιο Λίβανο, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
Μέλη της λιβανικής κυβέρνησης κατηγόρησαν χθες το Ισραήλ πως διέπραξε «έγκλημα πολέμου» πλήττοντας σπίτι όπου είχαν βρει καταφύγιο οι δυο δημοσιογράφοι και εμποδίζοντας τις προσπάθειες των υπηρεσιών άμεσης βοήθειας να τις σώσουν. Ο ισραηλινός στρατός περιορίστηκε να αναφέρει ότι εξετάζει τα γεγονότα.
Νέος βομβαρδισμός χθες στον νότιο Λίβανο προκάλεσε τον θάνατο για ακόμα τρεις ανθρώπους, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Υγείας στη Βηρυτό, επιβεβαιώνοντας ότι η εκεχειρία παραμένει εύθραυστη και συχνά παραβιάζεται στην πράξη.
Η Χεζμπολάχ από την πλευρά της ανακοίνωσε ότι εκτόξευσε ρουκέτες εναντίον του βόρειου Ισραήλ σε αντίποινα για τις «παραβιάσεις» της κατάπαυσης του πυρός από τον ισραηλινό στρατό, κλιμακώνοντας περαιτέρω την ένταση.
Οι δυο χώρες συμφώνησαν, μετά τον πρώτο κύκλο συνομιλιών, να αρχίσουν απευθείας διαπραγματεύσεις ενόψει της αποκατάστασης διαρκούς ειρήνης, σε τόπο και χρόνο που μένει να οριστεί, ενώ οι διπλωματικές διεργασίες εντείνονται.
Η κυβέρνηση του Λιβάνου ανέθεσε στον Σιμόν Καράμ, έμπειρο διπλωμάτη, να ηγηθεί αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις αυτές, σε μια προσπάθεια να υπάρξει πιο οργανωμένη και σταθερή εκπροσώπηση.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ Γεδεών Σάαρ διαβεβαίωσε πάντως ότι η κυβέρνησή του δεν έχει «σοβαρές διαφωνίες» με αυτή του Λιβάνου. «Υπάρχει μόνο ένα εμπόδιο για την ειρήνη και την εξομάλυνση (των σχέσεων) ανάμεσα στις δυο χώρες: η Χεζμπολάχ», πρόσθεσε, καλώντας τη λιβανική κυβέρνηση σε «συνεργασία εναντίον του τρομοκρατικού κράτους που οικοδόμησε η Χεζμπολάχ στο έδαφός σας».
Ο ισραηλινός στρατός έχει εισχωρήσει στο έδαφος του Λιβάνου κι ανακοίνωσε πως έστησε «κίτρινη γραμμή» διαχωρισμού στον νότο, όπως ακριβώς στη Λωρίδα της Γάζας, για να προστατεύσει τον πληθυσμό του βόρειου Ισραήλ, όπως λέει.
Διατεινόμενο πως πρόκειται για όρο της κατάπαυσης του πυρός, το Ισραήλ λέει πως διατηρεί το δικαίωμα να δρα εναντίον «σχεδιαζόμενων, άμεσα επικείμενων ή εξελισσόμενων» επιθέσεων στη λιβανική επικράτεια.
Την κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο απαιτούσε η Τεχεράνη, χαρακτηρίζοντας την εφαρμογή της μια από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να συνεχίσει τις συνομιλίες με την Ουάσινγκτον ενόψει του τερματισμού του πολέμου που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας την 28η Φεβρουαρίου.
Την ίδια ώρα, πάντως, η κατάσταση στο πεδίο παρέμενε εκρηκτική. Η Χεζμπολάχ ανακοίνωσε χθες το βράδυ ότι εκτόξευσε ρουκέτες εναντίον περιοχής στο βόρειο Ισραήλ, σε αντίποινα για «παραβιάσεις» της εκεχειρίας από τον ισραηλινό στρατό, λίγο πριν από την έναρξη του δεύτερου γύρου συνομιλιών στην Ουάσινγκτον μεταξύ των πρεσβευτών του Ισραήλ και του Λιβάνου στις ΗΠΑ.
«Για να υπερασπιστούμε τον Λίβανο και τον λαό του, αντιδρώντας στην παραβίαση της εκεχειρίας από τον ισραηλινό εχθρό και στις επιθέσεις του στην πόλη Γιάτερ του νοτίου Λιβάνου», η Χεζμπολάχ «στόχευσε τον οικισμό Στουλά με ομοβροντία ρουκετών», ανέφερε το φιλοϊρανικό κίνημα σε ανακοίνωσή του.
Από την πλευρά τους, οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις ενημέρωσαν πως αναχαίτισαν όλες τις ρουκέτες που εκτοξεύτηκαν από τον Λίβανο, συμπληρώνοντας πως δεν υπήρξαν αναφορές για τραυματισμούς, κάτι που ωστόσο δεν μειώνει την ένταση και την αβεβαιότητα που επικρατεί στην περιοχή.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο σκηνικό, η παράταση της εκεχειρίας για «τρεις εβδομάδες» λειτουργεί περισσότερο ως μια προσωρινή ανάσα παρά ως οριστική λύση. Οι διπλωματικές κινήσεις εντείνονται, οι δηλώσεις αισιοδοξίας πολλαπλασιάζονται, όμως ταυτόχρονα τα γεγονότα στο πεδίο υπενθυμίζουν διαρκώς πόσο εύθραυστη παραμένει η ισορροπία.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο, καθώς οι επαφές στην Ουάσινγκτον, οι πιθανές συναντήσεις ηγετών και η συνέχιση ή μη των εχθροπραξιών θα καθορίσουν αν η περιοχή θα κινηθεί προς μια πραγματική συμφωνία ειρήνης ή αν η ένταση θα επιστρέψει σε ακόμη πιο επικίνδυνα επίπεδα.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ/
















