Μπορεί ένα πλοίο του 20ού αιώνα να κρύβει μέσα του τα κατασκευαστικά μυστικά της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης; Κι όμως, σε μια απομονωμένη γωνιά του Εύξεινου Πόντου, ο χρόνος για τη ναυπηγική μοιάζει να σταμάτησε. Ενώ ολόκληρη η Μεσόγειος είχε εγκαταλείψει την αρχαϊκή μέθοδο ναυπήγησης ήδη από τον 10ο αιώνα μ.Χ.3, οι Έλληνες καραβομαραγκοί της Ινέπολης του Πόντου συνέχισαν πεισματικά να χτίζουν τα σκαριά τους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, διασώζοντας ένα μοναδικό «ζωντανό απολίθωμα» της παγκόσμιας ναυτικής ιστορίας2.
Η Ινέπολη (ιστορική εξέλιξη της αρχαίας Ιωνόπολης) υπήρξε ένα δραστήριο λιμάνι στα παράλια του νότιου Πόντου.
Τα πλοία που ναυπηγούνταν εκεί προορίζονταν αποκλειστικά για την εγχώρια εμπορική δραστηριότητα και την αλιεία εντός του Εύξεινου Πόντου και σπάνια επιχειρούσαν ταξίδια σε ανοιχτή θάλασσα έξω από τα στενά των Δαρδανελίων.
Έτσι η ύπαρξή τους παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό άγνωστη στην υπόλοιπη Μεσόγειο και στη δυτική ναυτική βιβλιογραφία. Η εσωστρέφεια αυτή της περιοχής λειτούργησε ως προστατευτική «θερμοκοιτίδα» για τη διατήρηση μιας ξεχασμένης ναυτικής κληρονομιάς.
Η αρχαία τεχνική «πρώτα το κέλυφος» (Shell-first)
Το κύριο χαρακτηριστικό που καθιστά το πλοίο της Ινέπολης μοναδικό αντικείμενο μελέτης για την παγκόσμια ναυτική αρχαιολογία είναι η μέθοδος κατασκευής του, γνωστή διεθνώς ως shell-first2. Ενώ στα σύγχρονα παραδοσιακά σκαριά ο τεχνίτης δημιουργεί πρώτα τη «ραχοκοκαλιά» (καρίνα και στραβόξυλα/νομείς) και έπειτα τοποθετεί τα εξωτερικά μαδέρια, στην Ινέπολη η διαδικασία γινόταν αντίστροφα3.
Οι καραβομαραγκοί ένωναν πρώτα τα μαδέρια του εξωτερικού κελύφους μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας παραδοσιακούς συνδέσμους, και έχτιζαν το σκαρί προς τα πάνω2.
Μόνο αφού ολοκληρωνόταν το εξωτερικό περίβλημα (το κέλυφος) του πλοίου, τοποθετούσαν εκ των υστέρων στο εσωτερικό του τα στραβόξυλα, προκειμένου να δώσουν την απαραίτητη στερεότητα στη δομή3. Η τεχνική αυτή αποτελεί την απευθείας μετεξέλιξη του τρόπου με τον οποίο έχτιζαν τα πλοία τους οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι.

Το πλοίο της Ινέπολης και η ιδιαίτερη αισθητική του
Πέρα από την κατασκευαστική του ιδιαιτερότητα, το πλοίο της Ινέπολης ξεχώριζε για την ιδιαίτερη αισθητική του:
- Το σκάφος είχε χαρακτηριστικό μαύρο χρώμα, αποτέλεσμα της επάλειψης του ξύλου με πίσσα για στεγανοποίηση και προστασία από τους οργανισμούς της θάλασσας.
- Παρά τον χρηστικό του χαρακτήρα, ήταν ένα ιδιαίτερα καλαίσθητο σκαρί. Η πλώρη, η πρύμνη καθώς και η «λαγουδέρα» (το χειριστήριο του πηδαλίου) διακοσμούνταν με περίτεχνες ξυλόγλυπτες και ανάγλυφες παραστάσεις.
- Το σκάφος έφερε ιστιοφορία «σακολέβας» (spritsail)1. Πρόκειται για έναν τύπο ασύμμετρου τετράγωνου πανιού, διαδεδομένο στην περιοχή, που επέτρεπε στο πλοίο να ταξιδεύει αποτελεσματικά στις ιδιαίτερες και συχνά απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες του Εύξεινου Πόντου.
Αποτυπώθηκε τον 19ο αιώνα και διασώθηκε το 1992
Η ιστορική καταγραφή του πλοίου βασίζεται σε δύο κομβικές περιόδους. Η πρώτη συστηματική προσπάθεια αποτύπωσής του έγινε κατά τον 19ο αιώνα από τον Γάλλο ναύαρχο και πρωτοπόρο της ναυτικής αρχαιολογίας François-Edmond Pâris1. Στο μνημειώδες έργο του, περιέλαβε λεπτομερή σχέδια και πληροφοριακά σημειώματα για τα σκάφη της Ινέπολης, διασώζοντας τις γραμμές τους για τη διεθνή κοινότητα.
Η δεύτερη και πιο κρίσιμη φάση για τη σύγχρονη ελληνική καταγραφή έλαβε χώρα το 1992.
Ο αρχιτέκτονας και κορυφαίος ερευνητής της παραδοσιακής ναυπηγικής δρ Κώστας Α. Δαμιανίδης, πραγματοποίησε επιτόπια έρευνα στην περιοχή2.
Εκεί εντόπισε, μελέτησε και σχεδίασε το τελευταίο αυθεντικό σκάφος αυτού του τύπου, προτού η τεχνική αυτή χαθεί οριστικά από την ιστορική πραγματικότητα.

Σήμερα, η ναυτική αυτή παράδοση έχει αποτυπωθεί σ’ ένα πιστό ομοίωμα μήκους 70 εκατοστών, το οποίο εκτίθεται στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος στον Πειραιά4. Το μοντέλο κατασκευάστηκε από τον έμπειρο μικροναυπηγό Αριστοτέλη Ράλλη, που βασίστηκε με απόλυτη ακρίβεια στα κατασκευαστικά σχέδια και τις μελέτες της επιτόπιας έρευνας του Κώστα Δαμιανίδη4,5, προσφέροντας στους επισκέπτες μια ζωντανή μαρτυρία της αρχαίας ναυτικής τέχνης.
















