Όσοι παρακολουθούμε τον πόλεμο στο Ιράν, περιμέναμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το διάγγελμα του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, της 2ας Απριλίου 2026. Ενώ οι δηλώσεις των προηγουμένων ημερών και ωρών του ιδίου, αλλά και του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, προοιώνιζαν την αναγγελία του τέλους του πολέμου, είδαμε τον Ντόναλντ Τραμπ να απευθύνεται κυρίως στο δικό του κοινό, στο εσωτερικό της χώρας του, αναφέροντας ότι οι οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ θα συνεχίζουν να χτυπούν το Ιράν τις επόμενες δύο με τρεις εβδομάδες, χωρίς όμως να λέει ότι αυτό θα σημάνει το τέλος του πολέμου.
Ίσα-ίσα, είπε ότι αν δεν επιτευχθεί η σύναψη συμφωνίας αυτό το διάστημα, θα συνεχίσει να χτυπάει το Ιράν εκεί που… πονάει το καθεστώς.
Συγκεκριμένα ανέφερε: «Θα τους χτυπήσουμε εξαιρετικά σκληρά τις επόμενες δύο με τρεις εβδομάδες… Εν τω μεταξύ, οι συζητήσεις συνεχίζονται. Η αλλαγή καθεστώτος δεν ήταν ο στόχος μας. Ποτέ δεν είπαμε αλλαγή καθεστώτος. Αλλά η αλλαγή καθεστώτος έχει συμβεί λόγω του θανάτου όλων των αρχικών ηγετών τους… H νέα ομάδα είναι λιγότερο ριζοσπαστική και πολύ πιο λογική.
»Ωστόσο, αν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν επιτευχθεί συμφωνία, έχουμε βάλει στο μάτι βασικούς στόχους. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, θα επιτεθούμε σε κάθε ένα από τα εργοστάσιά τους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας πολύ σκληρά και πιθανώς ταυτόχρονα. Δεν έχουμε χτυπήσει το πετρέλαιό τους, παρόλο που είναι ο ευκολότερος στόχος από όλους, επειδή δεν θα τους έδινε ούτε μια μικρή πιθανότητα επιβίωσης ή ανοικοδόμησης. Αλλά θα μπορούσαμε να το χτυπήσουμε και θα είχε εξαφανιστεί».
Να δούμε όμως, τι και γιατί το είπε στην πραγματικότητα ο πρόεδρος των ΗΠΑ.
Είπε ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί για δύο έως τρεις εβδομάδες, με στόχο την καταστροφή των δυνατοτήτων του Ιράν να προβάλλει ισχύ και αντίσταση στην επιδίωξη μιας συμφωνίας πολιτικής διευθέτησης, η οποία πιθανότατα θα περιλαμβάνει συγκεκριμένους όρους που θα επιτρέπουν στις ΗΠΑ να ισχυριστούν ότι πέτυχαν τους βασικούς στόχους αυτού του πολέμου.
Δηλαδή, δέσμευση του Ιράν για τα εξής:
• τη μη επανεκκίνηση του πυρηνικού τους προγράμματος,
• το πάγωμα του προγράμματος πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς,
• τη χρήση του ναυτικού τους και άλλων μέσων για την απειλή της διεθνούς ναυτιλίας,
• την υποστήριξη και χρησιμοποίηση των πληρεξούσιων δυνάμεων, όπως Χεζμπολάχ του Λιβάνου, Καταΐμπ Χεζμπολάχ του Ιράκ, Χαμάς και Ισλαμικός Τζιχάντ της Γάζας και της Δυτικής Όχθης, και Χούθι της Υεμένης.
Σε περίπτωση που αυτές τις τρεις εβδομάδες δεν επιτευχθεί συμφωνία, αυτό που απομένει στην Ουάσινγκτον για να βγει από το βάλτο του πολέμου, είναι να επεκταθούν οι επιθέσεις σε τομείς και υποδομές που είναι απαραίτητες για το καθεστώς ώστε να επιβιώσει μετά τον πόλεμο. Για παράδειγμα, οι ροές εσόδων από την πώληση πετρελαίου και φυσικού αερίου, μέσω της καταστροφής των ανάλογων υποδομών, η καταστροφή των σταθμών παραγωγής ενέργειας, των σταθμών αφαλάτωσης, και άλλων υποδομών που θα οδηγήσουν το καθεστώς της Τεχεράνης σε αντικειμενική αδυναμία συνέχισης της ύπαρξής του.
Με άλλα λόγια, η συνέχιση του πολέμου για δύο με τρεις εβδομάδες, αλλά και η απειλή για την καταστροφή των βασικών υποδομών της χώρας στη συνέχεια, αν δεν επιτευχθεί συμφωνία, έχει στόχο τον εξαναγκασμό του καθεστώτος να υπογράψει τη συμφωνία που θα επιτρέψει τον Τραμπ να βγάλει τη χώρα του από το βάλτο του Ιράν, στον οποίο βυθίζεται όσο συνεχίζεται ο πόλεμος.
Τα ασφυκτικά χρονικά όρια που θέτει ο Ντόναλντ Τραμπ για την επίτευξη συμφωνίας σχετίζονται και με τα δικά του πολιτικά συμφέροντα, όπως και με τα συμφέροντα του κόμματος των Ρεπουμπλικάνων. Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου του 2026 –αν συνεχιστεί το βύθισμα στο βάλτο του Περσικού Κόλπου– μπορεί να οδηγήσουν στην απώλεια του ελέγχου της Γερουσίας ή της Βουλής των Αντιπροσώπων, ή και των δύο σωμάτων, κάτι που θα φέρει σε μειονεκτική θέση των υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων στις επόμενες προεδρικές εκλογές.
Παραμένουμε στις οθόνες μας τις επόμενες εβδομάδες.
















