Με νέα αιχμηρή παρέμβαση, ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να αποχωρήσουν από το ΝΑΤΟ, κλιμακώνοντας τη ρητορική του απέναντι στη Συμμαχία. Η τοποθέτησή του συνδέεται με τη δυσαρέσκεια της Ουάσινγκτον για τη στάση ευρωπαϊκών χωρών στο ζήτημα του Στενού του Ορμούζ και την ένταση με το Ιράν.
Ωστόσο, το ερώτημα αν μπορεί πράγματι να υλοποιηθεί μια τέτοια απόφαση παραμένει ανοιχτό, καθώς η διαδικασία αποχώρησης από το ΝΑΤΟ δεν είναι απλή και συνοδεύεται από σημαντικές νομικές και θεσμικές αβεβαιότητες.
Το αμερικανικό Σύνταγμα προβλέπει ότι ο πρόεδρος συνάπτει συνθήκες με την έγκριση των δύο τρίτων της Γερουσίας, χωρίς όμως να ορίζει ρητά τι ισχύει για την αποχώρηση από αυτές. Από την άλλη πλευρά, η ίδια η Συνθήκη του ΝΑΤΟ (1949) επιτρέπει την αποχώρηση κράτους-μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει προειδοποίηση ενός έτους.
Σε επίπεδο εθνικής νομοθεσίας, το 2023 το Κογκρέσο θέσπισε διάταξη –που υπεγράφη από τον Τζο Μπάιντεν– η οποία απαγορεύει στον εκάστοτε πρόεδρο να αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ χωρίς τη συγκατάθεση των δύο τρίτων της Γερουσίας. Η ρύθμιση αυτή εντάχθηκε στον νόμο για την εθνική άμυνα και προβλέπει επίσης ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ομοσπονδιακά κονδύλια για μια τέτοια κίνηση.
Παρά ταύτα, το ζήτημα δεν είναι ξεκάθαρο, καθώς νομικές γνωμοδοτήσεις υποστηρίζουν ότι η εκτελεστική εξουσία μπορεί να επικαλεστεί προεδρικές αρμοδιότητες για αποχώρηση από διεθνείς συνθήκες, κάτι που ενδεχομένως θα οδηγήσει σε δικαστική αντιπαράθεση.
Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανεξέτασης των σχέσεων με το ΝΑΤΟ, ενώ ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ απέφυγε να επαναβεβαιώσει τη δέσμευση των ΗΠΑ στη συλλογική άμυνα.
Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι εξετάζει το ενδεχόμενο αποχώρησης, ενισχύοντας την αβεβαιότητα για το μέλλον της Συμμαχίας και ανοίγοντας μια συζήτηση με σαφείς γεωπολιτικές προεκτάσεις.
















