Η ηγέτις της γαλλικής Ακροδεξιάς Μαρίν Λε Πεν καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό σε 45 μήνες στέρησης του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, εκ των οποίων οι 30 μήνες με αναστολή, πράγμα που της επιτρέπει να θέσει υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές του 2027.
Ωστόσο, η υποψηφιότητά της παραμένει αβέβαιη εξαιτίας της καταδίκης της σε ποινή φυλάκισης ενός έτους με ηλεκτρονική επιτήρηση (ηλεκτρονικό βραχιολάκι).
Η Λε Λεπέν είχε θέσει ως όρο για την υποψηφιότητά της την απουσία καταδικαστικής απόφασης για ηλεκτρονική επιτήρηση. «Οταν είσαι υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές, πρέπει να έχεις πλήρη ελευθερία κινήσεων και αυτό δεν ισχύει όταν φοράς ηλεκτρονικό βραχιολάκι», είχε δηλώσει στο δίκτυο LCI.
Στις 31 Μαρτίου 2025 καταδικάστηκε σε πενταετή στέρηση των πολιτικών της δικαιωμάτων και σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης με αναστολή, σε πρόστιμο 100.000 ευρώ και σε πενταετή απαγόρευση κατοχής δημόσιου αξιώματος με άμεση ισχύ, δηλαδή ανεξάρτητα από το δικαίωμά της να ασκήσει έφεση. Αναγκάστηκε να παραιτηθεί αμέσως από τη θέση της ως νομαρχιακής συμβούλου στον νομό του Πα-ντε-Καλαί, ωστόσο παρέμεινε βουλευτής έπειτα από απόφαση του γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου, η οποία επιτρέπει στα μέλη της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης να ολοκληρώνουν τη θητεία τους.
Σε πρώτο βαθμό το γαλλικό δικαστήριο είχε κρίνει ότι το ακροδεξιό κόμμα Εθνικό Μέτωπο, υπό την ηγεσία του Ζαν-Μαρί Λεπέν, το οποίο μετονομάστηκε σε Εθνικό Συναγερμό όταν την ηγεσία του ανέλαβε η κόρη του, Μαρίν, επί σειρά ετών διόριζε με εικονικά συμβόλαια διάφορα κομματικά στελέχη και συνεργάτες της οικογένειας Λεπέν σε πόστα υπαλλήλων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ότι με την μέθοδο αυτή υπεξαίρεσαν επί της ουσίας ευρωπαϊκά κονδύλια συνολικού ύψους 4.404.453,66 ευρώ μεταξύ 2004 και 2016.
















