Η Ήπειρος είναι γνωστή ως η πατρίδα των μεγάλων ευεργετών του Γένους. Ένας από αυτούς είναι ο Ζώης Καπλάνης, γνωστός στην εποχή του και ως «Πικροζώης» λόγω των δύσκολων καταστάσεων που η μοίρα του επιφύλαξε από πολύ νωρίς.
Ο Ζώης Καπλάνης γεννήθηκε το 1736 σε ένα χωριό των Ιωαννίνων, το Γραμμένο, και μεγάλωνε με τον πατέρα του τον Κωνσταντίνο, καθώς έχασε τη μητέρα του –από το χωριό Τζιουντίλα (Βεργίλα από το 1927)– στην ηλικία των τεσσάρων. Ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε αλλά μετά από λίγο χρονικό διάστημα πέθανε κι εκείνος. Ο μικρός Ζώης έπρεπε να συντηρήσει τον εαυτό του και τη μητριά του καθώς ήταν φτωχοί. Έτσι, ενώ ήταν ανήλικο παιδί, νοίκιασε ένα γαϊδούρι για να μεταφέρει και να πωλεί καυσόξυλα στα Ιωάννινα για να επιβιώσει. Τότε απέκτησε το παρατσούκλι «Πικροζώης» που θα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή.

Στην ηλικία των 14 μετακόμισε στα Ιωάννινα, για να ζήσει ως προστατευόμενος με τους συγγενείς που ήταν έμποροι γουναρικών. Στην πόλη οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για να μάθει γράμματα. Το λέει και το γνωστό ρητό: «Γιάννινα, πρώτα στ’ άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα».
Η τύχη του Ζώη άλλαξε όταν έγινε 18 ετών. Τον προσέλαβε ο μεγαλέμπορος Παναγιώτης Χατζηνίκος για να μάθει την τέχνη της επεξεργασίας της γούνας.
Η φιλομάθεια και η ικανότητα του Ζώη, έκανε τον Χατζηνίκο να τον εκτιμήσει και να τον απαλλάξει από την χειρωνακτική εργασία, για να τον κάνει υπάλληλό του. Πολύ γρήγορα τον έκανε γραμματικό του και κατόπιν συνέταιρο.
Ο «Πικροζώης» ταξιδεύοντας ως πραματευτής γουναρικών στον οθωμανοκρατούμενο ελληνικό χώρο, βλέποντας την εξαθλίωση του πληθυσμού, αντιλήφθηκε ότι δεν είναι μόνο η δική του ζωή πικρή, αλλά όλου του υπόδουλου Γένους.
Ο επιχειρηματίας, πλέον, Ζώης Καπλάνης, μετέβη για να εργαστεί στο Βουκουρέστι, όπου ήταν η έδρα της εταιρείας του Χατζηνίκου. Από εκεί μετά από κάποιο διάστημα μετέβη για τρία χρόνια στη Νίζνα της Ουκρανίας, όπου ζούσαν και διέπρεπαν πολλοί Ηπειρώτες. Από τη Νίζνα ταξίδευε σε διάφορες πόλεις της κεντρικής Ευρώπης και της Ρωσίας ασκώντας το εμπόριο και σταδιακά έχτισε μεγάλη περιουσία.

Το 1771 ο Ζώης Καπλάνης έχοντας ανεξαρτητοποιηθεί επαγγελματικά από τον Χατζηνίκο, μετακόμισε στη Μόσχα. Εκεί επέλεξε να ζήσει μια πολύ λιτή ζωή, κατοικώντας σε ένα κελί στο ελληνικό μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, μετόχι της Μονής Ιβήρων.
Στη Μόσχα δικτυώθηκε με άλλους Ηπειρώτες, όπως τους αδερφούς Βασιλείου, τον Λεοντάρη Μελά, τον Μπαλάνο Πάλλη, τους Μετσοβίτες αδερφούς Μπούμπα, κ.ά. Όμως η πιο σημαντική γνωριμία ήταν με τον Ζώη Ζωσιμά, ο οποίος επηρέασε τον Καπλάνη όσο κανείς άλλος στο να ακολουθήσει τον ασκητικό βίο, να μείνει άγαμος και να αφοσιωθεί στις ευεργεσίες. Όπως έλεγε ο ίδιος, αφιερώθηκε «στο πρώτον και θείο έργον, το οποίον είναι διά παντός το καλόν της πατρίδος».
Η πρώτη του δωρεά του ήταν 10.000 ρούβλια στο Αυτοκρατορικό Ορφανοτροφείο της Μόσχας το 1797, ένα ποσό τεράστιο για την εποχή.
Η σημαντικότερη προσφορά του ήταν η Καπλάνειος Σχολή των Ιωαννίνων, ένα πρότυπο εκπαιδευτικό ίδρυμα με διδακτικές πρακτικές στο πλαίσιο του ορθού λόγου. Για την ίδρυση και τη λειτουργία της ο Καπλάνης δαπάνησε το 73% της περιουσίας του.

(πηγή: 1dim-ioann.ioa.sch.gr/wordpress/)
Ενίσχυε οικονομικά τους άπορους μαθητές. Το πρόγραμμα σπουδών ήταν πρωτοποριακό για τον ελληνικό χώρο. Περιλάμβανε θετικές και φυσικές επιστήμες με χρήση πειραμάτων και ξένες γλώσσες. Όμως οι οπισθοδρομικοί τοπικοί παράγοντες αντιδρούσαν σε αυτά που δίδασκε η σχολή, θεωρώντας τα νεωτερικά και αντιχριστιανικά.

Για να αντιμετωπίσει την απαιδευσιά των ισχυρών του τόπου και να εξασφαλίσει ασυλία για το εκπαιδευτικό του ίδρυμα, ο Καπλάνης κατάφερε να κάνει τη σχολή πατριαρχική κατόπιν της άδειας και της ευλογίας του Οικουμενικού Πατριάρχη.
Η ιστορική Καπλάνειος Σχολή –λίκνο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού– κάηκε το 1821, ωστόσο ξαναχτίστηκε το 1926 και λειτουργεί μέχρι και σήμερα ως σχολείο, ένα κτήριο κόσμημα για την πόλη των Ιωαννίνων.
Ο Ζώης Καπλάνης ευεργέτησε και την ιδιαίτερη πατρίδα του, το Γραμμένο, ιδρύοντας και συντηρώντας εκεί σχολείο. Πλήρωνε τους εκπαιδευτικούς και βοηθούσε τους άπορους μαθητές. Το σχολείο την εποχή εκείνη είχε περίπου 90 μαθητές. Επίσης ίδρυσε την Υφαντική Σχολή που λειτούργησε μέχρι και το 1970.
Ο Καπλάνης στήριζε οικονομικά τη Μεγάλη του Γένους Σχολή, την Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους και την Ελληνική Σχολή της Πάτμου. Χρηματοδοτούσε τον Πανάγιο Τάφο και τη Μονή Αγίας Αικατερίνης στο Όρος Σινά. Παραχώρησε πάγια χρηματική βοήθεια στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Προικοδότησε φτωχά κορίτσια των Ιωαννίνων και του Γραμμένου. Επίσης εξασφάλισε οικονομική ενίσχυση για τη βελτίωση συνθηκών διαβίωσης των κρατουμένων. Η διαθήκη του όριζε να δωρισθούν ποσά στους άπορους της Νίζνα αλλά και στο νοσοκομείο Ιωαννίνων.
Ο μεγάλος ευεργέτης απεβίωσε στη Μόσχα, σε ηλικία 70 ετών, στις 20 Δεκεμβρίου του 1806. Είναι θαμμένος στη λεγόμενη «Ελληνική Νεκρόπολη», στο κοιμητήριο του μοναστηριού Ντονσκόι.

Δεν είναι μόνος του καθώς εκεί μαζί του αναπαύονται και άλλοι ευεργέτες του Γένους, όπως οι Ζωσιμάδες, ο Μάνθος Ριζάρης, οι Μπούμπα, η οικογένεια Χατζηκώστα και λοιποί, 36 στο σύνολο.
Οι ευεργεσίες του που αναφέρθηκαν παραπάνω δεν είναι παρά ενδεικτικές, καθώς για να γραφτούν χρειάζονται ένα ολόκληρο βιβλίο, όπως και έγινε, καθώς μετά το θάνατό του στη Ρωσία κυκλοφόρησε βιβλίο 65 σελίδων, με τίτλο Σπάνια ευποιίας έργα του Ζώη Κωνσταντίνου Καπλάνη, γεννηθέντος εις Γραικίαν τω 1736, και αποθανόντος εις Μόσχαν τη 20 Δεκεμβρίου τω 1806 έτει.

Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έλαβε επισήμως τον τίτλο του εθνικού ευεργέτη, έχοντας δαπανήσει τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής για τον Ελληνισμό, ενώ ο ίδιος ζούσε σε κελί μοναστηριού. Η ταφόπλακα του Ζώη Καπλάνη αναγράφει: «Όλην του την κατάσταση έθυσε μ’ ευκαρδίαν για φωτισμό Πατρίδος του και για φιλοπτωχίαν».
Σπάρτακος Τανασίδης
















