Από το Ιάσιο της Βλαχίας όπου γεννήθηκε, το 1768, η πριγκίπισσα Ελισάβετ (Σάφτα) Βακαρέσκου έμελλε να συνδέσει το όνομά της με την Υψήλ’ της επαρχίας Όφεως του Πόντου, το Φανάρι, και την Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Η «πρωτομάνα των Φιλικών» είναι ίσως από τις λίγες γυναίκες στην ελληνική Ιστορία που στον αγώνα πρόσφερε όχι μόνο χρήματα, αλλά και τα ίδια της τα παιδιά: τον Αλέξανδρο, τον Δημήτριο, τον Νικόλαο, τον Γεώργιο και τον Γρηγόριο!
Ο τρόπος που λειτούργησε σε όλη της τη ζωή η σύζυγος του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Κωνσταντίνου Υψηλάντη, και μητέρα συνολικά επτά παιδιών, θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχει κοινά χαρακτηριστικά με τη γυναίκα του Πόντου: Τη γυναίκα που στη Γενοκτονία έδωσε ό,τι είχε και δεν είχε για τον αγώνα, δεν δίστασε να θυσιάσει τα παιδιά της για να σωθούν οι πολλοί, και δεν σκέφτηκε δεύτερη φορά όταν κλήθηκε να δώσει τα λιγοστά κοσμήματά της για την πατρίδα. Το καλό της πατρίδας ήταν πάντα πάνω απ’ όλα!

Η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία, λένε οι ιστορικές πηγές, άρχισε από το σπίτι της Ελισάβετ Υψηλάντη στις 21 Φεβρουαρίου 1821. Εκτός από τη βοήθεια που προσέφερε για την προετοιμασία του αγώνα, διέθεσε και ό,τι είχε απομείνει από την οικογενειακή περιουσία και δεν είχε δημευθεί από τον σουλτάνο.
Πουλήθηκαν ακίνητα και κοσμήματα, και μαζί με μετρητά εστάλησαν στους επαναστάτες.
Ο Μιχαήλ Οικονόμου (1798-1879), αγωνιστής στην Ελληνική Επανάσταση, λόγιος του 19ου αιώνα και πολιτικός της νεοσύστατης Ελλάδας, στον β΄ τόμο του έργου του Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, ή Ο ιερός των Ελλήνων αγών την είχε χαρακτηρίσει ως τη σπουδαιότερη ηρωίδα του Αγώνα για την Ανεξαρτησία, που με αυταπάρνηση διέθεσε όλη της την περιουσία και τα παιδιά της στον Αγώνα.
Το ήθος και η αφοσίωσή της στα παιδιά της και την Ελλάδα φαίνονται σε απόσπασμα άρθρου του 1859, στην εφημερίδα Ήλιος του Φαναρίου.
[…] Συγκεντρωμένοι την 11ην Φεβρουαρίου 1821 εις το αρχοντικόν των Υψηλαντών εις το Κίσνοβον της Ρωσίας ήσαν οι τέσσερις αδελφοί (ο Αλέξανδρος, ο Νικόλαος, ο Δημήτριος και ο Γεώργιος) και οι δύο γραμματείς, ο Κοζανίτης Γ. Λασσάνης και ο Γ. Τυπάλδος και έγραφαν την προκήρυξιν, η οποία θα εξεδίδετο προς το έθνος, ευθύς ως θα εκηρύσσετο η επανάστασις από την Μολδαβίαν. Η σύνταξις της προκηρύξεως ήτο προς το τέλος, προτού όμως τεθεί η υπογραφή, ο Αλέξανδρος είπε: «είναι και κάτι άλλο», εσηκώθη και εισήλθε εις το παρακείμενον δωμάτιον της μητέρας του, η οποία ήτο εκεί με τον μικρότερον αδελφόν του, δεκατεσσάρων ετών, τον Γρηγόριον. «Μητέρα», είπε προς την αρχόντισσαν Ελισάβετ, «η σωτηρία της πατρίδος πιθανόν να απαιτήσει και την θυσίαν του κτήματός μας της Κοζνίτσας, το οποίο επί σαράντα ακόμα χρόνια θα αποδίδει πενήντα τέσσαρες χιλιάδες ρούβλια τον χρόνον στο σπίτι σου. Προσφέρεις αυτό το κτήμα μητέρα εις την πατρίδα;». Η αρχόντισσα δάκρυσε και είπεν: «Εγώ προσφέρω εσάς παιδιά μου, και θα λυπηθώ τα δύο εκατομμύρια ρούβλια;».
Η απάντησή της ήταν αυτό που χρειαζόταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης για να κηρύξει την έναρξη του Αγώνα. Μάλιστα, συγκινημένος με την υλική και ηθική προσφορά της μητέρας του, ζήτησε από τους άλλους Φιλικούς να γραφεί στο τέλος της Διακήρυξης: «Φιλώ το χέρι της μητρός μου».

Τα χρήματα συγκεντρώθηκαν με την πώληση του κτήματος Κισινιόφ. Στις πρώτες ενέργειες των Φιλικών συμμετείχαν ο Αλέξανδρος και ο Νικόλαος Υψηλάντης. Ακολούθησε ο Δημήτριος Υψηλάντης, παρόλο που η Ελισάβετ ήθελε να τον κρατήσει κοντά της. «Αν είναι να βοηθήσει και τούτο το παιδί μου στην απελευθέρωση της Ελλάδας, ας το στερηθώ. Ας πάει στο καλό και με την ευχή μου» είπε στον Ξάνθο, τον Αναγνωστόπουλο και τον Τυπάλδο όταν πήγαν στο σπίτι της και την ρώτησαν εάν συμφωνεί να πάει ο Δημήτριος στην Πελοπόννησο.
Όταν πέθανε ο Δημήτριος Υψηλάντης, η προσωρινή ελληνική κυβέρνηση διά του προέδρου της Εθνοσυνέλευσης Πανούτσου Νοταρά ανήγγειλε με επιστολή το θάνατό του στην Ελισάβετ, που βρισκόταν στη Βέλικα Κόσνιτσα της σημερινής Κροατίας. Η απαντητική επιστολή είναι συγκινητική.
Εν τη παρά τον Νίστρον Μεγάλη Κοσνίτση,
24 Ιανουαρίου 1833
Όταν η πάσχουσα πατρίς επροσκάλεσε τα αληθή τέκνα της, οι υιοί μου κατά χρέος έτρεξαν αμέσως προς την φωνήν της. Χαίρουσα εις τα πατριωτικά των φρονήματα, τους επρόπεμψα με τας ευχάς των αρχαίων Ελληνίδων. Εφύλαξαν τον λόγον των.
Η τύχη του πολέμου εσεβάσθη τον πατριωτισμόν των, αλλ’ επέπρωτο εις τους κόλπους της ειρήνης να στερηθώ πρότερον τον πρωτότοκόν μου Αλέξανδρον, τώρα προ ολίγου τον Δημήτριόν μου, όστις κατά τούτο εστάθη ευτυχέστερος, ότι είδε στεφανωμένους τους αγώνας του με την τελείαν ανεξαρτησίαν της φίλης πατρίδος και ετάφη εις αυτήν, δια την οποίαν δεν εφείσθη το αίμα του, από τους συναγωνιστάς ομογενείς του. Αυτό μόνον ημπόρεσε να επιθέση μάλαγμα εις την πληγήν των μητρικών σπλάχνων μου, πληγήν βαθυτάτην μ’ όλην την προς την γλυκυτάτην πατρίδα αφωσίωσίν μου.
Είσθε κύριε, πατήρ τέκνων και ελπίζω να μη με καταδικάσετε. Έτι μάλλον συνεισέφερεν εις ανακούφισιν της κατωδύνου ψυχής μου η από 21 Αυγούστου του παρελθόντος έτους σημειουμένης, προ ενός δε μόλις μηνός περιελθούσα εις χείρας μου επιστολή Σας, βεβαιώσασά με ότι η αποβίωσις του φιλτάτου μου Δημητρίου επέσπασε την γενικήνσυμπάθειαν του Έθνους.
Είθε καν η εκατόμβη αυτή των πρώτων μελών της οικογενείας μου και τόσων ανδρείων ομογενών, γενομένη δεκτή εις τον θρόνον του υπερτάτου όντος, να φέρη την παύσιν των παρελθόντων δεινών και αρχήν ακαταπαύστου ευδαιμονίας της κοινής μητρός. Δι’ αυτήν χρεωστούν και τα λοιπά μέλη της οικογενείας μου να θυσιάσωσιν την εσχάτην ρανίδα του αίματός των.
Υμείς δε, Κύριε, δεχόμενος την αισθητικωτάτην ευγνωμοσύνην μου δι’ όσα παραμυθητικά και πιστοποιητικά της αγαθής του Έθνους διαθέσεως μ’ εγράψατε, εκφράσετε αυτήν και εις εκείνο εκ μέρους όλης της οικογενείας μου και ιδίως της υποσημειουμένης πατριώτιδος.
Ελισάβετ Υψηλάντη
Οι θάνατοι των παιδιών της την τσάκισαν. Είχε νωρίτερα απογοητευτεί από τη φυλάκιση του Αλέξανδρου, του Νικόλαου και του Γεωργίου στο φρούριο Μούγκατς της Αυστρίας. Όλες οι ενέργειές της για τους σώσει είχαν σταθεί μάταιες.
Η Ελισάβετ Υψηλάντη πέθανε στην Οδησσό το 1866.
Ο θάνατός της αναγγέλθηκε από τον εκδότη Ιώαννη Φιλήμονα (αγωνιστής του ’21, ιστορικός και γραμματέας του Δημήτριου Υψηλάντη) στο φύλλο της εφημερίδας Ο Αιών –το έντυπο συνέπλεε με το Ρωσικό Κόμμα– στις 13 Οκτωβρίου 1866. Στη νεκρολογία την αποκάλεσε «μητέρα της ιερής πεντάδος» και αφού έπλεξε το εγκώμιό της, κατέληξε στην παρακάτω διατύπωση: «δεν ενεθυμήθυσαν να απονείμωσιν το ανέξοδον δείγμα τούτο της εθνικής ευγνωμοσύνης εις τη Μητέρα εκείνων, οίτινες έζησαν και επέθαναν με το όνομα της Πατρίδος».










![Το Συνέδριο του Βερολίνου [13 Ιουλίου 1878], σε πίνακα του Anton von Werner. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αναδιαμόρφωσαν τους όρους της ειρήνης, αφήνοντας τους Αρμένιους εκτός αίθουσας και εκτός προστασίας (πηγή: Wikipedia)](https://www.pontosnews.gr/wp-content/uploads/2026/01/synedrio-verolinoy-360x180.jpg)





