Ίσως το ελληνικό κράτος να μην βρέθηκε ποτέ μπροστά σε μεγαλύτερη πρόκληση από εκείνη των αρχών του 20ού αιώνα. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την επακόλουθη υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, περίπου 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα, ανατρέποντας πλήρως την πληθυσμιακή ισορροπία.
Έτσι το 1922 μια χώρα μόλις 5 εκατομμυρίων κατοίκων, με περιορισμένους πόρους, πολιτικά διχασμένη και οικονομικά εξαντλημένη, κλήθηκε να δώσει άμεσες λύσεις σε ένα επιτακτικό πρόβλημα: τη στέγαση χιλιάδων ξεριζωμένων.
Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε διαθέσιμο κτήριο επιστρατεύτηκε. Ανάμεσά τους και το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, το οποίο μετατράπηκε σε καταφύγιο για εκατοντάδες πρόσφυγες. Στα θεωρεία στήθηκαν πρόχειρα καταλύματα, ενώ οι υπόλοιποι χώροι χρησιμοποιήθηκαν ως μαγειρεία και πλυσταριά.
Για να αντιμετωπίσουν το κρύο, έκαιγαν έπιπλα και σκηνικά· οι κουρτίνες έγιναν κουβέρτες και τα βελούδα πατσαβούρες. Το κτήριο υπέστη τότε σοβαρές ζημιές, σε μια από τις πιο δραματικές φάσεις της ιστορίας του.

Λίγα χρόνια αργότερα, στις 3 Μαΐου 1930, ιδρύεται το Εθνικό Θέατρο με νόμο που υπογράφει ο τότε υπουργός Παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου. Πρώτος γενικός διευθυντής ορίζεται ο Ιωάννης Γρυπάρης και μόνιμος σκηνοθέτης ο Φώτος Πολίτης, σηματοδοτώντας τη θεσμική συγκρότηση της εθνικής σκηνής.
Η διαδρομή μέχρι εκεί ωστόσο είχε ξεκινήσει δεκαετίες νωρίτερα.
Ένα θέατρο γεννιέται
Η κατασκευή του Δημοτικού Θεάτρου αποφασίστηκε ήδη το 1856, αρχικά ως σχέδιο για Εθνικό. Η ανέγερσή του εξελίχθηκε σε μια περιπετειώδη υπόθεση: έλλειψη πόρων, αλλαγές τοποθεσίας και αρχιτεκτόνων, μηχανορραφίες, αλλά και θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα. Το κτήριο απέκτησε νωρίς τη φήμη «αμαρτωλού» και «στοιχειωμένου».
Ολοκληρώθηκε τελικά το 1888, ύστερα από 32 χρόνια, και κοσμούσε την Πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή Ομόνοια), μεταξύ των οδών Ευπόλιδος και Κρατίνου, με την πίσω όψη να βλέπει προς την οδό Αθηνάς.


Ήταν έργο του Αυστριακού αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλερ (ή Ερνέστου Τσίλλερ, στο πιο εξελληνισμένο), αλλά τα σχέδια αναπροσαρμόστηκαν από τον Ανδρέα Συγγρό, ο οποίος χρηματοδότησε την κατασκευή επιβάλλοντας και τους όρους του: τη συστέγαση με τράπεζα, γραφεία και καταστήματα, καθώς και την εκμετάλλευση του θεάτρου για 25 χρόνια.
Για να χωρέσουν όλες αυτές οι χρήσεις, οι χώροι του θεάτρου περιορίστηκαν. Το κτήριο απέκτησε πολλαπλές εισόδους –που εξυπηρετούσαν κυρίως τις άλλες δραστηριότητες–, ενώ το ισόγειο, κυρίως προς την οδό Αθηνάς, γέμισε καταστήματα. Οι Αθηναίοι ειρωνικά το αποκαλούσαν «Θέατρο του Τσυγγρού».
Παρά τις αδυναμίες του –χωρίς θέρμανση, εξαερισμό και ακόμη και καμαρίνια– υπήρξε ένα εντυπωσιακό θέατρο με ζωγραφιστό ταβάνι, θεωρεία, μεγάλη πλατεία και καλή ακουστική. Στη σκηνή του εμφανίστηκαν μεγάλα ονόματα, όπως η Σάρα Μπερνάρ.
Στις καρτποστάλ της εποχής δεσπόζει μόνο του ή δίπλα στα μεγάλα κτήρια της πλατείας, όπως το Μέγαρο Μελά και το Μέγαρο της Εθνικής Τράπεζας, αποτυπώνοντας το μέγεθος και τη σημασία του για την πόλη.
Η μετατροπή του σε προσφυγικό κατάλυμα υπήρξε καθοριστική. Στην πενταετία 1922-1927 το θέατρο υπέστη εκτεταμένες ζημιές. Όταν οι πρόσφυγες αποχώρησαν, επιχειρήθηκε αποκατάσταση από τον δήμαρχο Σπύρο Πάτση, αλλά οι εργασίες διακόπηκαν από τον διάδοχό του Σπύρο Μερκούρη που επικαλέστηκε έλλειψη πόρων.
Το κτήριο μπήκε σε τροχιά εγκατάλειψης και απαξίωσης. Τελικά, τον Αύγουστο του 1940 επί δημαρχίας Αμβρόσιου Πλυτά και με υπουργό τον Κώστα Κοτζιά κατεδαφίστηκε, παρότι είχε χαρακτηριστεί ως ένα από τα καλύτερα θέατρα της Ευρώπης.

Έτσι, η 3η Μαΐου μένει ως η ημερομηνία ίδρυσης του Εθνικού Θεάτρου – αλλά και ως αφορμή να θυμηθούμε αυτό που πρόλαβε να γίνει σύμβολο πολιτισμού, τόπος τραγωδίας και, για ένα διάστημα, καταφύγιο ζωής.
















