Σε κλίμα έντονης ανησυχίας και διπλωματικής έντασης, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιδρά στην απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να επιτρέψει προσωρινά την αγορά ρωσικού πετρελαίου που βρίσκεται ήδη σε μεταφορά στη θάλασσα. Η κίνηση της Ουάσινγκτον προκάλεσε κύμα αντιδράσεων από Βρυξέλλες, Βερολίνο, Παρίσι και Κίεβο, ενώ η Μόσχα εμφανίζεται ικανοποιημένη.
Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε στις 12 Μαρτίου 30ήμερη άδεια έως τις 11 Απριλίου, που επιτρέπει την αγορά ρωσικού πετρελαίου και προϊόντων του τα οποία έχουν ήδη φορτωθεί σε πλοία πριν από την ημερομηνία αυτή.
Σύμφωνα με τον Ρώσο απεσταλμένο Κιρίλ Ντμίτριεφ, η εξαίρεση αφορά περίπου 100 εκατομμύρια βαρέλια ρωσικού αργού, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν σε μία ημέρα παγκόσμιας κατανάλωσης.
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ χαρακτήρισε το μέτρο «στενά στοχευμένο και προσωρινό», υποστηρίζοντας ότι αφορά μόνο φορτία ήδη εν πλω και ότι «δεν θα προσφέρει ουσιαστικό οικονομικό όφελος στη ρωσική κυβέρνηση».
Η Ουάσινγκτον επικαλείται ως βασικό λόγο τη σταθεροποίηση των διεθνών ενεργειακών αγορών, οι οποίες έχουν αναστατωθεί από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τον ουσιαστικό αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ – ενός περάσματος από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Η απόφαση ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία Τραμπ-Πούτιν στις 9 Μαρτίου, αλλά και συνάντηση του Ντμίτριεφ στη Φλόριντα με τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ και τον Τζάρεντ Κούσνερ.
Οι Βρυξέλλες ανησυχούν
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα αντέδρασε άμεσα μέσω ανάρτησης στο Χ. «Η μονομερής απόφαση των ΗΠΑ να άρουν κυρώσεις στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου είναι πολύ ανησυχητική, καθώς επηρεάζει την ευρωπαϊκή ασφάλεια», τόνισε.
Πρόσθεσε ότι η οικονομική πίεση στη Ρωσία είναι κρίσιμη για να οδηγηθεί σε σοβαρές διαπραγματεύσεις για μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη στην Ουκρανία.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κράτησε πιο συγκρατημένο τόνο, επισημαίνοντας ότι η εξαίρεση είναι περιορισμένη χρονικά και αφορά μόνο φορτία ήδη σε μεταφορά.
Ωστόσο ξεκαθάρισε ότι:
• οι ευρωπαϊκές κυρώσεις παραμένουν σε ισχύ,
• το πλαφόν στην τιμή του ρωσικού πετρελαίου συνεχίζει να εφαρμόζεται
• η Ρωσία δεν πρέπει να επωφεληθεί από την κρίση στη Μέση Ανατολή.
Ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν Βάλντις Ντομπρόβσκις είχε ήδη προειδοποιήσει ότι μια τέτοια κίνηση θα ήταν «αυτοκαταστροφική», καθώς θα ενίσχυε την ικανότητα της Ρωσίας να συνεχίσει τον πόλεμο.
Στα… κάγκελα Γερμανία και Γαλλία
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η αντίδραση του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς. Μιλώντας από τη Νορβηγία, δήλωσε ότι το Βερολίνο ενημερώθηκε για την απόφαση χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση.
«Θεωρούμε ότι αυτό είναι λάθος. Υπάρχει πρόβλημα τιμών αλλά όχι προσφοράς», ανέφερε, ζητώντας εξηγήσεις από την Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, έξι από τις επτά χώρες των G7 είχαν ήδη συμφωνήσει ότι δεν υπάρχει λόγος χαλάρωσης των κυρώσεων.
Από τη μεριά του ο Εμανουέλ Μακρόν προειδοποίησε ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν δικαιολογεί την επιστροφή στο ρωσικό πετρέλαιο. Κατά την επίσκεψη του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο Παρίσι, ο Γάλλος πρόεδρος επανέλαβε ότι η γαλλική στήριξη προς το Κίεβο παραμένει ακλόνητη.
Μάλιστα επιβεβαίωσε ότι θα υλοποιηθεί πλήρως το πακέτο δανείου ύψους 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία, ενώ θα συνεχιστεί και η στρατιωτική βοήθεια.
Η Μόσχα πανηγυρίζει, το Κίεβο καταγγέλλει
Η Μόσχα –όπως ήταν αναμενόμενο– χαιρέτισε την εξέλιξη. Ο Κιρίλ Ντμίτριεφ δήλωσε ότι η απόφαση των ΗΠΑ αποδεικνύει πως «χωρίς ρωσικό πετρέλαιο η παγκόσμια αγορά δεν μπορεί να παραμείνει σταθερή».
Αντίθετα, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι χαρακτήρισε την απόφαση «σοβαρό πλήγμα» για τη χώρα του. «Πώς μπορούν να αρθούν κυρώσεις από τη Ρωσία, όταν είναι ο επιτιθέμενος;» διερωτήθηκε.
Η ενεργειακή κρίση στο φόντο
Η αμερικανική απόφαση έρχεται σε μια περίοδο έντονης ενεργειακής αστάθειας. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει περιορίσει δραστικά τη διέλευση πετρελαίου από τα Στενά του Ορμούζ, αποκόπτοντας έως και 20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως από την αγορά.
Η τιμή του Brent έφτασε τα 119 δολάρια το βαρέλι πριν υποχωρήσει στα 101.
Ως απάντηση, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ανακοίνωσε την αποδέσμευση 400 εκατομμυρίων βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα των κρατών-μελών, ενώ οι ΗΠΑ απελευθέρωσαν επιπλέον 172 εκατομμύρια βαρέλια.
Παρά τα μέτρα αυτά, αναλυτές προειδοποιούν ότι η αγορά παραμένει εύθραυστη.
















