
Ήταν Τρίτη 11 Μαρτίου του 1941. Επικρατούσαν δύσκολες καιρικές συνθήκες. Τα ιταλικά αεροπλάνα ήταν καθηλωμένα στο έδαφος. Στο ελληνικό στρατόπεδο, την 32η Μοίρα Βομβαρδισμού, έφτασε εντολή για εκτέλεση διατεταγμένης πολεμικής αποστολής. Έπρεπε να αποκρουστεί η εαρινή προέλαση με την κωδική ονομασία «Primavera» των ιταλικών στρατευμάτων στο αλβανικό μέτωπο. Έπρεπε να απογειωθούν τα βρετανικής προέλευσης βομβαρδιστικά Blenhaim1 για να αναγνωρίσουν και να βομβαρδίσουν στόχους. Η 32η Μοίρα με έδρα τη Λάρισα αναλάμβανε αποστολές στρατηγικού βομβαρδισμού, πλήττοντας γραμμές ανεφοδιασμού, αεροδρόμια και συγκεντρώσεις ιταλικών στρατευμάτων στο αλβανικό μέτωπο.
Δύο παλικάρια που γεύτηκαν την πικρή προσφυγιά από τα παιδικά τους κιόλας χρόνια όταν ξεριζώθηκαν από τον Πόντο, ο Στέφανος και ο Ματθαίος, χωρίς κανένα δισταγμό ετοιμάστηκαν γρήγορα και επιβιβάστηκαν στο αεροπλάνο τους.
Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο, δεν θα έχαναν κι άλλη πατρίδα. Σε λίγη ώρα βρίσκονταν πάνω από την περιοχή Μπούζι Γκλάβα κοντά στο Τεπελένι. Το ελληνικό σμήνος εντοπίστηκε από ιταλική πυροβολαρχία η οποία έβαλε μανιωδώς εναντίον του. Επλήγησαν αρκετά ελληνικά αεροπλάνα μεταξύ των οποίων και αυτό που επέβαιναν οι έφεδροι Ανθυποσμηναγοί-πολυβολητές Στέφανος Μαυροματίδης και Ματθαίος Τσολακίδης. Το αεροπλάνο τους κατέπεσε στην Αλβανία και τα λείψανά τους από τότε στεφανώνουν και ευωδιάζουν κάθε άνοιξη τα μανουσάκια και τα βότανα της Βόρειας Ηπείρου.
Η προσωπικές ιστορίες των δύο Πόντιων ηρώων της Πολεμικής Αεροπορίας
Ματθαίος Τσολακίδης
Ο Ματθαίος Τσολακίδης ήταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά του Παύλου και της Μαρίας, οι οποίοι ζούσαν στο χωριό Γκιούλ Πουνάρ (Βρύση των ρόδων) που απείχε 30 χλμ από το Ακ Νταγ Μαντέν. Το χωριό αυτό βρισκόταν σε υψόμετρο 982 μέτρων και δημιουργήθηκε την δεκαετία του 1860 από Αργυρουπολίτες. Ο Παύλος και η Μαρία Τσολακίδου το γένος Μυρωνίδη μαζί με το πρωτότοκο αγοράκι τους μετακινήθηκαν το 1907 στο χωριό Πελορέν που απείχε 5 χλμ από το Γκιούλ Πουνάρ (υψόμετρο: 1.169 μ.). Τρία χρόνια αργότερα, το 1910, απέκτησαν τον δεύτερο γιο τους τον Ματθαίο. Το 1921 αφού η οικογένεια μεγάλωσε αποκτώντας και τον τρίτο γιο της αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Γκιούλ Πουνάρ λόγω των επιδρομών Κούρδων ληστών.
Ο Ματθαίος ήταν 11 χρονών όταν είδε έντρομος τους Τούρκους να μπαίνουν μέσα στο σπίτι του και να τραβάνε τον σαραντάχρονο πατέρα του για να τον οδηγήσουν στα αμελέ ταμπουρού.
Η εικόνα αυτή και τα τελευταία λόγια του προς την σύζυγό του: «Μαρία τα παιδιά μας και τα μάτια σου, μην χάνεις το θάρρος σου, θα γυρίσω», εντυπώθηκαν για πάντα στο μυαλό του. Ο πατέρας του δεν μπόρεσε να γυρίσει ποτέ και λίγα χρόνια αργότερα ξεριζώθηκε όλη η οικογένεια για να έρθει στην Ελλάδα και να περάσει από την εξευτελιστική διαδικασία της καραντίνας στα απολυμαντήρια της Καλαμαριάς. Αυτά τα βιώματα διαμόρφωσαν τον ψυχισμό του έφηβου Ματθαίου. Πώς να μην γίνει αυτός που έγινε;

Η οικογένεια του Ματθαίου μετά το πέρας της καραντίνας κατευθύνθηκε μαζί με συγχωριανούς της στο νομό Σερρών. Δύο χωριά αναστήθηκαν από την έλευση των Ποντίων προσφύγων του Γκιούλ Πουνάρ, το Στρυμονοχώρι και ο Σχιστόλιθος όπου έχτισε ξανά το σπιτικό της η οικογένεια Τσολακίδη. Ο Ματθαίος διάβαζε πολύ, αγαπούσε τα γράμματα. Το 1936 εισήχθη στην Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης ενώ ταυτόχρονα παντρεύτηκε την Μαρία Γρεασίδου και απέκτησαν την κόρη τους Ευθυμία. Λίγο μετά η σύζυγός του πέθανε από πνευμονία.

Στις 22 Ιουνίου του 1938 εξετάστηκε από επιτροπή καθηγητών προκειμένου να πάρει το πτυχίου του δασκάλου. Το σχέδιο μαθήματος που ετοίμασε για την παρουσίαση της διδασκαλίας του είχε τίτλο Οι Ρωμαίοι κυριεύουν την Ελλάδα. Τραγική ειρωνεία θα μπορούσε να πει κάποιος! Την 1η Ιουλίου του 1938 αποφοίτησε μαζί με άλλους 38 συμφοιτητές του από την Ακαδημία και τοποθετήθηκε ως δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο Αηδονοχωρίου Σερρών.
Στις 13 Απριλίου του 1939 κατατάχτηκε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού Σύρου. Εκεί γνωρίζει τον σύντροφό του για την αθανασία, Στέφανο Μαυροματίδη και η κοινή τους πορεία ξεκινάει να συνυφαίνεται.
Οι δύο άντρες αναπτύσσουν στενή φιλία, άλλωστε είχαν πολλά κοινά! Στις 15 Ιουλίου 1940 τους απενεμήθη το πτυχίο του πολυβολητή-βομβαρδιστή και ως άριστοι αξιωματικοί και οι δυο τους μετατάχθηκαν στο επίλεκτο τότε σώμα της Αεροπορίας με τον βαθμό του έφεδρου Αρχισμηνία.

Το 1940, γνωρίζει στην Αθήνα την Νίκη Κωνσταντινίδου, δακτυλογράφο, και αποφασίζουν να ενώσουν τις ζωές τους διαμένοντας στο νέο τους σπιτικό επί της οδού Γραβιάς 7 στην Ν. Ιωνία Αττικής. Ένα χρόνο μετά η Νίκη μαθαίνοντας πως το αεροπλάνο του αγαπημένου της καταρρίφθηκε έγραψε: «Σε ακουμπάω, είμαι δίπλα σου, το ξέρεις. Μοιράζομαι τη στιγμή, τον χρόνο, το φεγγάρι, την απέραντη ησυχία. Περιμένω… ξέρεις, θα περιμένω πάντα».
Στέφανος Μαυροματίδης
Ο Στέφανος Μαυροματίδης του Αθανάσιου και της Πελαγίας γεννήθηκε στο Τιβίκ του Καρς το 1915. Είχε έναν αδελφό τον Επαμεινώνδα δύο χρόνια μεγαλύτερο. Ήρθε μαζί με την οικογένειά του στην Ελλάδα μετά τον ξεριζωμό από το Καρς σε ηλικία μόλις 5 χρονών. Τελείωσε το Γυμνάσιο Αξιούπολης, και σπούδασε οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Τον Απρίλιο του 1939 κατατάχτηκε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού Σύρου. Αποφοίτησε από την σχολή τον Ιανουάριο του 1940.

Οι αριστεύσαντες απόφοιτοι αυτής της σχολής συνέχιζαν τη φοίτησή τους στη Σχολή Γενικής Επιμόρφωσης και Ειδικοτήτων στην οποία εκπαιδεύονταν στις ειδικότητες του πολυβολητή, ασυρματιστή και βομβαρδιστή (συγχρόνως). Έτσι ο Στέφανος Μαυροματίδης τον Ιούλιο του 1940 μετατάχθηκε στην Αεροπορία με τον βαθμό του Αρχισμηνία ως πολυβολητής-βομβαρδιστής.

Παντρεύτηκε την συγχωριανή του Όλγα Ζαγγελίδου την Κυριακή 9 Μαρτίου του 1941. Έφυγε την επόμενη ημέρα για την υπηρεσία του. Την Τρίτη 11 Μαρτίου το αεροπλάνο που επέβαινε με τον συνάδελφό του Ματθαίο Τσολακίδη έπεσε από πυρά ιταλικής πυροβολαρχίας.

Η γυναίκα του Όλγα με το άκουσμα της είδησης συντετριμμένη έφυγε για να πάει να βρει πληροφορίες ελπίζοντας πως δεν έχει σκοτωθεί, πως έχει πιαστεί αιχμάλωτος και κάποτε θα ξανασμίξουν.
Η τύχη της Όλγας αγνοείται από τότε, λέγεται πως σκοτώθηκε κι αυτή στην προσπάθειά της να βρει τον άντρα της.
Η μητέρα του Πελαγία μέχρι να κλείσει τα μάτια της τον περίμενε να γυρίσει. Όταν έβλεπε αεροπλάνα στον ουρανό, ξεκινούσε το μοιρολόι και τους αναθεματισμούς στους υπαίτιους της δολοφονίας του γιου της.


Το χρονικό της κατάρριψης του αεροπλάνου
Το Bristol Blenheim με διακριτικό νηολογίου κλήσεως Β-263 της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας απογειώθηκε από το αεροδρόμιο των Μικροθηβών-Αλμυρού λόγω ενός προβλήματος που προέκυψε μετά τον σεισμό της 1ης Μαρτίου του 1941 στον διάδρομο απογείωσης-προσγείωσης του αεροδρομίου της Λάρισας. Επιχειρούσε μαζί με άλλα βομβαρδιστικά αν και οι καιρικές συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές. Έπρεπε πάση θυσία να αποκρουστεί η επιχείρηση «Primavera» (ιταλική εαρινή επίθεση) και να κρατηθεί το ύψωμα 731 (όπου δόθηκε μια από τις πιο κρίσιμες μάχες του ελληνοϊταλικού πολέμου) και οι θέσεις των Ελλήνων φαντάρων στο αλβανικό μέτωπο.
Κυβερνήτης του σκάφους ήταν ο Ευάγγελος Τσοβλάς. Ο Μαυροματίδης και ο Τσολακίδης εκτελούσαν χρέη πολυβολητή και βομβαρδιστή. Η εκπαίδευσή τους τούς επέτρεπε να εναλλάσσονται στα καθήκοντά τους και έτσι δεν γνωρίζουμε ακριβώς ποια θέση είχαν τη συγκεκριμένη ημέρα ο καθένας. Αξίζει να σημειωθεί πως είχαν γνώσεις χειρισμού αεροπλάνου (να επιστρέψουν στη βάση τους και να το προσγειώσουν) εάν παρουσιαζόταν έκτακτη ανάγκη λόγω κάποιου προβλήματος που θα εμφανιζόταν στον πιλότο.

Εξαιτίας των δύσκολων καιρικών συνθηκών δεν πετούσε κανένα εχθρικό αεροπλάνο, έμοιαζε ο δρόμος προς τους αιθέρες να ήταν ανοιχτός. Πάνω από την περιοχή Μπούζι Γκλάβα στο Τεπελένι, πυκνή συστοιχία πυρών έβαλε εναντίον τους. Ο πιλότος πρόλαβε και εγκατέλειψε νωρίς με το αλεξίπτωτο το αεροσκάφος.
Οι δύο Πόντιοι αεροπόροι, λόγω της θέσης τους (η θέση του πολυβολητή και του βομβαρδιστή στο συγκεκριμένο τύπο αεροπλάνου ήταν δυσπρόσιτη σε στενό χώρο κάτω από τα φτερά) και του ύψους που έχασε το αεροπλάνο δεν μπόρεσαν να απεγκλωβιστούν και έπεσαν μαζί του.
Ο πιλότος Ευάγγελος Τσοβλάς πιάστηκε αιχμάλωτος και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία. Μετά το τέλος του πολέμου απελευθερώθηκε και συνέχισε την καριέρα του στην πολεμική αεροπορία παίρνοντας μέρος ως εθελοντής στη μάχη της Κορέας.
Η «Primavera» η εαρινή επίθεση των Ιταλών φασιστών απέτυχε χάρη στη θυσία των 80.000 ηρώων του Πεζικού μας και των 30 αεροπόρων μας μεταξύ των οποίων ο Ματθαίος Τσολακίδης και ο Στέφανος Μαυροματίδης. Η Ελλάδα είχε δώσει ένα ισχυρό χαστούκι στον φασισμό και στις δυνάμεις που επιβουλεύονταν την ελευθερία της χάρη στα ηρωικά παιδιά της.

Ακολούθησε η επιχείρηση των Γερμανών ναζιστών «Μαρίτα» τον Απρίλιο του 1941 και η γερμανική κατοχή.
Οι δυο αεροπόροι μας, ανθυποσμηναγοί της Ελληνικής Αεροπορίας που γεννήθηκαν στον Πόντο και στο Καρς, ανδρώθηκαν στις Σέρρες και το Κιλκίς της Μακεδονίας, άφησαν τα οστά τους στα περήφανα βουνά της Βόρειας Ηπείρου.
Ίσως κάποιος βοσκός να τους κρατάει συντροφιά με τη φλογέρα του θυμίζοντάς τους τα παρχάρια της Πατρίδας ενώ περιμένουν την Ανάσταση. Αιωνία η μνήμη των ηρώων μας!
Αλεξία Ιωαννίδου





![Το Συνέδριο του Βερολίνου [13 Ιουλίου 1878], σε πίνακα του Anton von Werner. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αναδιαμόρφωσαν τους όρους της ειρήνης, αφήνοντας τους Αρμένιους εκτός αίθουσας και εκτός προστασίας (πηγή: Wikipedia)](https://www.pontosnews.gr/wp-content/uploads/2026/01/synedrio-verolinoy-360x180.jpg)










