Στα βουνά της Πάφρας, στις αρχές του 20ού αιώνα, δεν πολεμούσαν μόνο άνδρες. Δίπλα στους Πόντιους αντάρτες που αντιστέκονταν στους διωγμούς και στις σφαγές, υπήρχαν και γυναίκες που πήραν το όπλο και μπήκαν στη φωτιά του αγώνα.
Μία από αυτές ήταν η Πελαγία Χατζηελευθερίου-Οξουζόγλου, μια γυναίκα που η μνήμη του ποντιακού ελληνισμού κράτησε ζωντανή ως την «Αμαζόνα του αντάρτικου».
Ντυμένη με αντρικά ρούχα, καβάλα σε άλογο και με το όπλο στο χέρι, πολεμούσε δίπλα στον σύζυγό της, τον θρυλικό οπλαρχηγό Αντών’ πασά, τον άνθρωπο που οι σύγχρονοί του αποκαλούσαν «Κολοκοτρώνη του Πόντου».
Η ιστορία της δεν είναι μόνο η ιστορία μιας γυναίκας. Είναι ένας φόρος τιμής σε όλες εκείνες τις γυναίκες του Πόντου που βρέθηκαν μέσα στην τραγωδία της Γενοκτονίας και που, παρά την αποφασιστική τους συμβολή στον αγώνα, έμειναν μέχρι σήμερα σχεδόν ανώνυμες.
Από τα χωριά της Πάφρας στα βουνά του αντάρτικου
Η Πελαγία γεννήθηκε το 1897 στο χωριό Κωστάνουσαγι της Πάφρας. Τα χρόνια εκείνα ήταν ιδιαίτερα δύσκολα για τον ελληνισμό του Πόντου. Οι πιέσεις και οι διώξεις αυξάνονταν, ενώ χιλιάδες Έλληνες αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο της σύλληψης και της αποστολής στα διαβόητα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού).
Το 1914, σε ηλικία μόλις 17 ετών, η Πελαγία ακολούθησε την οικογένειά της στα βουνά. Ο πατέρας της προσπαθούσε να αποφύγει την κατάταξη στα τάγματα εργασίας και η μόνη λύση ήταν η φυγή.
Εκεί, μέσα στην παρανομία και την αγωνία του αντάρτικου, γνώρισε τον άνδρα που έμελλε να γίνει ένας από τους πιο θρυλικούς οπλαρχηγούς του Πόντου: τον Αντώνη Χατζηελευθερίου, γνωστό ως Αντών’ πασά.
Οι δυο τους παντρεύτηκαν στο βουνό, μέσα στις συνθήκες του αγώνα. Κουμπάρος τους ήταν ο Ελευθέριος Κουλπαρίδης – ένας άνθρωπος που αργότερα θα συμμετείχε στη δολοφονία του οπλαρχηγού, σε μια από τις πιο δραματικές ανατροπές της ιστορίας του ποντιακού αντάρτικου.
Η «Αμαζόνα» του αντάρτικου
Η Πελαγία δεν περιορίστηκε ποτέ στο ρόλο της συζύγου. Σύμφωνα με τις πηγές της εποχής, φορούσε αντρικά ρούχα και πολεμούσε καβάλα σε ένα άγριο άλογο, συμμετέχοντας σε όλες τις μάχες του σώματος του Αντών’ πασά.
Η φήμη της απλώθηκε στα βουνά της Πάφρας και της Σαμψούντας.
Ο Δημήτρης Ψαθάς στο βιβλίο του Η γη του Πόντου περιγράφει τη μορφή της δίπλα στον οπλαρχηγό:
«Περήφανος απάνω στ’ άλογό του ο Αντών’ πασάς, και πλάι του άλλη Αμαζόνα του αντάρτικου, η ξακουστή γυναίκα του Πελαγία».
Η παρουσία της δίπλα στον σύζυγό της είχε αποκτήσει σχεδόν θρυλικές διαστάσεις. Σε πολλές μάχες πολεμούσαν μαζί, ως άριστοι σκοπευτές και ανδρείοι πολεμιστές.
Η σύλληψη και η καταδίκη σε θάνατο
Το 1917 ο τουρκικός στρατός είχε εξαπολύσει μεγάλη επιχείρηση για την εξόντωση του Αντών’ πασά. Δύο τάγματα καταδίωκαν συνεχώς τον ίδιο και την ομάδα του.
Στις 24 Μαρτίου 1917, ο οπλαρχηγός, η Πελαγία και λίγοι αντάρτες βρήκαν προσωρινό καταφύγιο σε έναν νερόμυλο στους πρόποδες του Κοτσαντάγ για να προστατευθούν από το χιόνι και το κρύο. Άναψαν φωτιά για να ζεσταθούν. Ο καπνός όμως τους πρόδωσε.
Οι Τούρκοι εντόπισαν το μύλο και τον περικύκλωσαν χωρίς να το αντιληφθούν οι αντάρτες. Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν τρεις από αυτούς.
Ο Αντών’ πασάς κατόρθωσε να διαφύγει από μια μικρή τρύπα απ’ όπου έβγαιναν τα νερά του μύλου. Η Πελαγία όμως συνελήφθη.
Μεταφέρθηκε πρώτα στο Κιζίλ Γκιολ, έπειτα στην Πάφρα, στη συνέχεια στη Σαμψούντα και τέλος στην Αμάσεια, όπου δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο στις αγχόνες.
Η απελευθέρωση
Όταν ο Αντών’ πασάς έμαθε ότι η σύζυγός του είχε καταδικαστεί, αντέδρασε με τρόπο που πέρασε στη μνήμη του ποντιακού αντάρτικου.
Συγκέντρωσε περίπου 400 αντάρτες και κινήθηκε απειλητικά προς την περιοχή της Αμάσειας. Η απειλή μιας μεγάλης επίθεσης ανάγκασε τελικά τις τουρκικές Αρχές να υποχωρήσουν.
Η Πελαγία απελευθερώθηκε και επέστρεψε στα βουνά.
Μετά τη δολοφονία του Αντών’ πασά
Το 1918 ο Αντών’ πασάς δολοφονήθηκε από ανθρώπους του ίδιου του περιβάλλοντός του, οι οποίοι επιδίωξαν να εισπράξουν την επικήρυξη που είχαν θέσει οι τουρκικές αρχές για το κεφάλι του.
Η απώλεια του οπλαρχηγού δεν σήμανε το τέλος της αντίστασης. Η Πελαγία συνέχισε να πολεμά.
Στα χρόνια από το 1918 έως το 1923 βρέθηκε επικεφαλής ανταρτών της Πάφρας, μαζί με τον πατέρα και συγγενείς της, δίνοντας μάχες στα βουνά Γιουντάγ και Νεπιένταγ.
Μέσα στην καταστροφή του ποντιακού ελληνισμού, η μορφή της παρέμεινε σύμβολο αντοχής και αγώνα.
Από τα βουνά του Πόντου στην Ελλάδα
Το 1924, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, η Πελαγία πέρασε στην Ελλάδα.
Εγκαταστάθηκε στο Παρανέστι Δράμας, όπου αργότερα παντρεύτηκε τον Νικόλαο Ορφανίδη, συγχωριανό της από τον Πόντο.
Έζησε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής της. Πέθανε το 1972, σε ηλικία 75 ετών.
Οι γυναίκες της Γενοκτονίας
Η ιστορία της Πελαγίας Χατζηελευθερίου–Οξουζόγλου είναι μία μόνο από τις πολλές ιστορίες γυναικών του Πόντου που βρέθηκαν μέσα στη φωτιά της ιστορίας.
Γυναίκες που κουβάλησαν οικογένειες στην εξορία, που υπερασπίστηκαν τα χωριά τους, που ανέβηκαν στα βουνά και πολέμησαν.
Οι περισσότερες από αυτές δεν άφησαν πίσω τους όνομα. Η Πελαγία είναι μία από τις λίγες που η μνήμη διέσωσε.
Και μέσα από τη μορφή της τιμώνται σήμερα όλες εκείνες οι γυναίκες του Πόντου που στάθηκαν όρθιες μέσα στην πιο σκοτεινή περίοδο της ιστορίας του ελληνισμού.
















