Το ημερολόγιο γράφει 17 Φεβρουαρίου 1914. Στο Αργυρόκαστρο, και συγκεκριμένα στη θέση Άσμακα έξω από την πόλη, μια σημαία υψώνεται και έτσι ανακηρύσσεται η αυτονομία της Βορείου Ηπείρου – μια ημέρα-σταθμός για τον βορειοηπειρωτικό ελληνισμό.
Η ανακήρυξη δεν προέκυψε «ξαφνικά». Ήταν το αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας γεγονότων: της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στους Βαλκανικούς Πολέμους, της απόφασης των Μεγάλων Δυνάμεων να επιδικάσουν την περιοχή στην Αλβανία, και τελικά της υποχρεωτικής αποχώρησης του Ελληνικού Στρατού χωρίς επαρκείς εγγυήσεις για τον ελληνικό πληθυσμό.
Στον πυρήνα αυτής της ιστορικής καμπής βρίσκεται η Προσωρινή Κυβέρνηση που συγκροτήθηκε από εκπροσώπους των Βορειοηπειρωτών, με προσωρινό πρόεδρο τον Γεώργιο Χρηστάκη-Ζωγράφο (με καταγωγή από το Κεστοράτι Αργυροκάστρου, πρώην υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας).
Κύρια επιδίωξή της ήταν η αυτονομία της περιοχής και η προστασία βασικών δικαιωμάτων του ελληνικού πληθυσμού, ακόμη και εντός του αλβανικού κράτους, στο οποίο η περιοχή επιδικάστηκε αργότερα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο θυρεός της Αυτονόμου Δημοκρατίας –σχεδιασμένος και χρωματισμένος από την Άννα Μελά-Παπαδοπούλου– αποτυπώνει συμβολικά αλλά και πρακτικά τη συγκρότηση του νέου καθεστώτος: φέρει τις υπογραφές του Γ. Χρηστάκη-Ζωγράφου και του Αλέξανδρου Καραπάνου (υπουργού Εξωτερικών), σφραγίδες της επιμελητείας και του κεντρικού ταμείου, καθώς και επικολλημένα γραμματόσημα της σειράς των «Σκοπευτών» που κυκλοφόρησαν τον Μάρτιο 1914.
Η σημαία της Αυτονόμου Δημοκρατίας αποτυπώθηκε και σε γραμματόσημα βορειοηπειρωτικών Αρχών.
Η μεγάλη εικόνα: Γιατί φτάσαμε στην αυτονομία
Για να γίνει κατανοητό πώς προέκυψε η Αυτόνομος Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου, αξίζει να δούμε:
Τι προηγήθηκε
• Η πρώτη είσοδος του Ελληνικού Στρατού στη Βόρειο Ήπειρο στους Βαλκανικούς Πολέμους.
• Η επιδίκαση της περιοχής στην Αλβανία από τις Μεγάλες Δυνάμεις.
• Η αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού
Τι ακολούθησε
• Συγκρούσεις Βορειοηπειρωτών με αλβανικά ένοπλα σώματα.
• Υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας.
• Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Εθνικός Διχασμός.
• Οι πολεμικές περιπέτειες της Ελλάδας έως το 1922.
• Το διπλωματικό παρασκήνιο που οδήγησε σε οριστική επιδίκαση της περιοχής στην Αλβανία (1924).
Από τους Βαλκανικούς Πολέμους στη Φλωρεντία: Το σημείο μηδέν
Τον Μάρτιο 1913, στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, ο Ελληνικός Στρατός μετά τη νίκη στο Μπιζάνι απελευθέρωσε τα Ιωάννινα και άρχισε να προελαύνει στα βόρεια.
Η Χειμάρρα βρισκόταν ήδη υπό ελληνικό έλεγχο από τις 5 Νοεμβρίου 1912, όταν ο Χειμαρριώτης Σπύρος Σπυρομήλιος αποβιβάστηκε χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Στο τέλος των Βαλκανικών Πολέμων οι ελληνικές δυνάμεις ήλεγχαν την περιοχή που αργότερα ονομάστηκε «Βόρεια Ήπειρος», από τα Κεραύνια Όρη δυτικά έως τη λίμνη Πρέσπα ανατολικά.
Σχεδόν την ίδια περίοδο, στις 28 Νοεμβρίου (1912), στον Αυλώνα ανακηρύχθηκε από τους Αλβανούς η ανεξαρτησία της Αλβανίας.

Το μεγάλο σοκ για την Ελλάδα και τους πληθυσμούς της περιοχής ήρθε με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (17 Δεκεμβρίου1913), το οποίο καθόρισε τα ελληνοαλβανικά σύνορα με τρόπο που χαρακτηρίστηκε ανορθόδοξος και άδικος: παραχωρήθηκε στην Αλβανία περιοχή στην οποία –όπως τονίζεται– δεν είχε πολεμήσει, ενώ βρισκόταν υπό πλήρη ελληνικό έλεγχο.
Για τη δυσμενή εξέλιξη διατυπώθηκαν σφοδρές επικρίσεις κατά της κυβέρνησης Βενιζέλου: κατηγορήθηκε για φοβική στάση απέναντι στην Ιταλία και ανοχή στην απαράδεκτη μεθόδευση διχοτόμησης της Ηπείρου.
Τα δημογραφικά – και το «γλωσσικό κριτήριο»
Η Διεθνής Επιτροπή Εθνολογικής Έρευνας χρησιμοποίησε ως μοναδικό κριτήριο «ελληνικότητας» την ελληνική μονογλωσσία, κατατάσσοντας στους Αλβανούς τους χρήστες του αρβανίτικου ιδιώματος, παρότι η ιστορική/διεπιστημονική έρευνα δείχνει ότι οι Έλληνες περιφερειακών περιοχών δεν έμειναν αλώβητοι γλωσσικά ή θρησκευτικά στο πέρασμα των αιώνων.
Επισημαίνεται ως πρωτοφανές να αγνοούνται δημογραφικά στοιχεία σε διαβουλεύσεις απόδοσης εδαφών.
Τα δεδομένα που αγνοήθηκαν ήταν τα εξής:
• Οθωμανική απογραφή 1908: από 500.000 κατοίκους Ηπείρου, 380.000 (76%) δήλωσαν Έλληνες χριστιανοί. Τα ίδια στοιχεία δίνει και το Ινστιτούτο Γεωγραφίας της Ρώμης το ίδιο έτος.
• 1914 – στοιχεία διεθνούς επιτροπής ελέγχου που δείχνουν αριθμητική υπεροχή του ελληνικού πληθυσμού στη Βόρειο Ήπειρο:
• Κορυτσά: 12.500 Έλληνες – 3.000 Αλβανοί.
• Χειμάρρα: 1.000 Έλληνες – κανένας Αλβανός.
• Δέλβινο: 1.700 Έλληνες – κανένας Αλβανός.

Ακόμη και σε περιοχές με αλβανική πλειοψηφία (Τεπελένι, Αχρίδα, Ελβασάν) τα στοιχεία –όπως τονίζεται– δεν αξιοποιήθηκαν από την ελληνική πλευρά στη Διάσκεψη του Λονδίνου ώστε να εξουδετερωθεί η ιταλοαυστριακή πρόταση του «γλωσσικού κριτηρίου».
Ρήγμα, πιέσεις, τελεσίγραφα
Στην Αθήνα υπήρξε διάσταση μεταξύ του βασιλιά Κωνσταντίνου και της κυβέρνησης Βενιζέλου, η οποία απαγόρευσε συγκέντρωση υπέρ του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου.
Σύμφωνα με τηλεγράφημα του επιτετραμμένου της Αυστροουγγαρίας (2/12/1913, νέα ημερομηνία), ο Κωνσταντίνος σκεφτόταν ακόμη και την παραίτηση υπέρ του διαδόχου Γεώργιου και μετάβαση στη Βόρειο Ήπειρο για να ηγηθεί του αγώνα, δηλώνοντας ότι η στήριξη της Ηπείρου ανταποκρινόταν στα αισθήματα και στη βαθύτατη πεποίθησή του.
Στις 31 Ιανουαρίου 1914 οι Μεγάλες Δυνάμεις επέδωσαν διακοίνωση: αν ο Ελληνικός Στρατός δεν αποχωρούσε από τη Βόρειο Ήπειρο εντός προθεσμίας, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου δεν θα αποδίδονταν στην Ελλάδα – ένας ωμός εκβιασμός.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Στρέιτ απάντησε ουσιαστικά αποδεχόμενος τις αποφάσεις (Ίμβρος, Τένεδος, Καστελόριζο στην Τουρκία και Βόρειος Ήπειρος στην Αλβανία), ζητώντας μόνο αόριστα κάποια χωριά της κοιλάδας Αργυροκάστρου για την Ελλάδα, με αντάλλαγμα επέκταση αλβανικής ακτής έως ακρωτήριο Παναγιά και καταβολή 2.500.000 φράγκων στην Αλβανία – στο πλαίσιο της παλαιότερης πρακτικής «τα εδάφη μένουν, τα χρήματα ξοδεύονται».
Βόρειος Ήπειρος: Από επιτροπές άμυνας στην πολιτική απόφαση
Στις αρχές Ιανουαρίου 1914, η κατάσταση εκτραχύνθηκε: ελληνικά τμήματα συγκρούστηκαν με αλβανικές ομάδες.
Η «Επιτροπή Εθνικής Αμύνης του Αργυροκάστρου» (πρόεδρος ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος) αποφάσισε Πανηπειρωτικό Συνέδριο στο Αργυρόκαστρο (έναρξη 30 Ιανουαρίου) με τη συμμετοχή επιτροπών από: Ιωάννινα, Φιλιππιάδα, Πρέβεζα, Παραμυθιά, Φιλιάτες, Κόνιτσα, Μέτσοβο, Λεσκοβίκι, Κολωνία, Κορυτσά, Πρεμετή, Πωγώνι, Χειμάρρα, Δέλβινο και την εφημερίδα Ήπειρος των Ιωαννίνων.

Στις 14 Ιανουαρίου ο Σπυρομήλιος απηύθυνε έκκληση προς το πανελλήνιο. Ο Βενιζέλος αντικατέστησε τον Δαγκλή με τον Παπούλα και εκδόθηκε εγκύκλιος για «ομαλή εκκένωση» με οδηγίες συνδιαλλαγής, επιστροφής αφαιρεθέντων στους Αλβανούς, απαγόρευση ατάκτων/αφοπλισμό και καταδίωξη παρανομιών κατά Αλβανών – οδηγίες που προκάλεσαν τεράστιες αντιδράσεις (ως σπάνιο παράδειγμα κράτους που καταδιώκει τους δικούς του και προστατεύει υπηκόους άλλου).
Στις 24 Ιανουαρίου οι Χειμαρριώτες έστειλαν επιστολή στον Κωνσταντίνο εκφράζοντας αγωνία για το μέλλον τους υπό Αλβανούς. Στις 25 Ιανουαρίου ο Σπυρομήλιος έστειλε τηλεγράφημα διαμαρτυρίας: «Ενδεχόμενη διαταγή Κυβερνήσεως προς αφοπλισμόν ατιμάζει φυλήν».
Η πολιτική γέννηση
Στις 13 Φεβρουαρίου η Πανηπειρωτική Συνέλευση αποφάσισε ότι, εφόσον δεν κατέστη δυνατή η ένωση με την Ελλάδα, θα γινόταν δεκτή μόνο τοπική αυτονομία.
Το σκεπτικό ήταν σαφές: να αποφευχθεί η κατάληψη από αλβανικά άτακτα ένοπλα σώματα και να προστατευθεί ο πληθυσμός.
Παρά τις προσπάθειες να μην πραγματοποιηθεί το συνέδριο, έγιναν συνεδριάσεις έως τις 5 Φεβρουαρίου και λήφθηκε απόφαση οργάνωσης ένοπλου αγώνα για διασφάλιση ανεξαρτησίας και ένωσης με την Ελλάδα. Στις 9 Φεβρουαρίου οι στρατιωτικές Αρχές διέταξαν σύλληψη Σπυρομήλιου και νέες κινήσεις για «τορπιλισμό» των διαδικασιών.

Τότε ο Σπυρομήλιος έστειλε κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα προς τους μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο και Βελλάς & Κονίτσης Σπυρίδωνα, προειδοποιώντας ότι ο «Στρατηγός» (Παπούλας) θα ερχόταν για συλλήψεις και ματαίωση της «ανταρσίας», ότι η εκκένωση θα άρχιζε από Κορυτσά στις 16 Φεβρουαρίου και καλώντας: «Αύριο πρωί κηρύξατε αυτονομίαν. Πράττω ίδιος».
Πράγματι στις 10 Φεβρουαρίου 1914 ο Σπυρομήλιος κηρύσσει την αυτονομία της Χειμάρρας.
Ο Ελληνικός Στρατός αρχίζει να αποχωρεί. Ο συνταγματάρχης Κοντούλης παραδίδει Κορυτσά, οργανώνει παράδοση Κολωνίας και Μοσχόπολης – πράξη που τον στιγματίζει. Στο Αργυρόκαστρο ο Παπούλας διστάζει αλλά τελικά υπακούει στις διαταγές και παραχωρεί την πόλη στους Αλβανούς.
Στις 15 Φεβρουαρίου συγκροτείται η κυβέρνηση της «Αυτονόμου Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου»:
• Πρόεδρος: Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος
• Μέλη: Μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος, Βελλάς & Κονίτσης Σπυρίδων, Κορυτσάς Γερμανός
• Υπουργός Στρατιωτικών: Δημήτριος Δούλης
• Υπουργός Οικονομικών: Ιωάννης Παρμενίδης
(Στο σχήμα των υπουργών προστίθεται επίσης: ως Εξωτερικών ο Αλέξανδρος Καραπάνος, ως Παιδείας και Θρησκευτικών ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος.)

Στις 17 Φεβρουαρίου 1914, γίνεται η επίσημη ανακήρυξη στην Άσμακα: υψώνεται η σημαία και κηρύσσεται η αυτονομία. Υπήρχαν πληροφορίες ότι η ελληνική φρουρά θα επιχειρούσε να παρεμποδίσει την κήρυξη –2.000 έμπειροι Βορειοηπειρώτες ήταν έτοιμοι να συγκρουστούν–, όμως οι Έλληνες στρατιώτες έδειξαν αλληλεγγύη και αρνήθηκαν να εμποδίσουν τις εκδηλώσεις, παρά τις διαμαρτυρίες Ολλανδών αξιωματικών που είχαν έρθει για να παραλάβουν την πόλη.
Υπάρχουν και πηγές (όπως μια φωτογραφία από τις συλλογές του Εθνικού και Ιστορικού Μουσείου) στις οποίες αναφέρεται ότι ο Ζωγράφος ανακήρυξε την «Αυτόνομη Δημοκρατία» στο Αργυρόκαστρο στις 28 Φεβρουαρίου και ότι υπήρξε επίσημη τελετή ανακήρυξης την 1η Μαρτίου 1914.
Η ουσία παραμένει ότι όλα έγιναν μέσα σε εκείνο το κρίσιμο δεκαπενθήμερο, ως απάντηση στην αποχώρηση του ελληνικού στρατού χωρίς εγγυήσεις.
Στην προκήρυξη προς το λαό της Βορείου Ηπείρου αναφέρεται ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις αρνήθηκαν όχι μόνο την αυτονομία εντός του αλβανικού κράτους αλλά και εγγυήσεις για βασικά δικαιώματα, καλώντας τους πολίτες να υπερασπιστούν την ακεραιότητα του εδάφους και τις ελευθερίες τους.
Ο Ζωγράφος κοινοποίησε στη Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου το διορισμό του και δήλωσε ότι οι Βορειοηπειρώτες θα αμύνονταν με τα όπλα σε κάθε προσπάθεια αλβανικής χωροφυλακής να περάσει τα σύνορά τους.
Στο αυτόνομο κράτος συμπεριλαμβάνονταν –πέρα από το Αργυρόκαστρο– η Χειμάρρα, το Δέλβινο, η Πρεμετή, οι Άγιοι Σαράντα, η Ερσέκα. Η ευρύτερη περιοχή της Κορυτσάς, αν και γεωγραφικά τμήμα της Βορείου Ηπείρου, δεν συμπεριλήφθηκε εξαρχής.
Τονίζεται ότι η εξέγερση στη Βόρειο Ήπειρο δεν προερχόταν ούτε υποστηριζόταν από την ελληνική κυβέρνηση – υπήρχε μόνο συναισθηματική συμπαράσταση. Η θέση του Βενιζέλου χαρακτηρίζεται εξαιρετικά δύσκολη: έπρεπε να εγκαταλείψει ελληνικούς πληθυσμούς στις διαθέσεις των Δυνάμεων χωρίς εγγυήσεις.
Στις 9 Μαρτίου, ο Ελληνικός Στόλος απέκλεισε το λιμάνι των Αγίων Σαράντα και τις επόμενες μέρες απαγορεύτηκε διαδήλωση στην Αθήνα υπέρ του βορειοηπειρωτικού – κίνηση που στόχευε να πείσει τις Μεγάλες Δυνάμεις ότι η Ελλάδα τηρεί αυστηρή στάση και δεν μετέχει στο αυτονομιστικό κίνημα.
Ένοπλες συγκρούσεις, «Ιεροί Λόχοι» και το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας
Την 1η Μαρτίου 1914, ο Κοντούλης –κατόπιν εντολής– παραδίδει Κορυτσά, Μοσχόπολη και λίγες μέρες μετά Λεσκοβίκι στη νεοσύστατη αλβανική χωροφυλακή.
Ακολουθούν ταραχές και ένοπλες συγκρούσεις που γενικεύονται. Οι Βορειοηπειρώτες οργανώνουν ένοπλες ομάδες, τους «Ιερούς Λόχους», καταλαμβάνουν την Ερσέκα και έως τον Μάιο προελαύνουν στο Φρασάρι και την Κορυτσά.
Για λίγες μέρες η Κορυτσά περνά στους αυτονομιστές, αλλά μετά από ενισχύσεις καταπνίγεται η εξέγερση και ακολουθούν φυλακίσεις και εξορίες, μεταξύ άλλων του μητροπολίτη Γερμανού.

Με τη διαμεσολάβηση και τη συμμετοχή Ζωγράφου, στις 4 (17) Μαΐου υπογράφεται το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας:
• Η Βόρεια Ήπειρος αποκτά επίσημα καθεστώς αυτονομίας υπό την αιγίδα του πρίγκιπα Βιντ, χωρίς ουσιαστικές αρμοδιότητες.
• Η αλβανική κυβέρνηση μπορεί να διορίζει/απολύει κυβερνήτες και ανώτερους υπαλλήλους.
• Στρατολόγηση αυτοχθόνων στη χωροφυλακή.
• Απαγόρευση παραμονής μη εντόπιων στρατιωτικών μονάδων.
• Διδασκαλία ελληνικών στα σχολεία (με παράλληλη διδασκαλία αλβανικών στις τρεις πρώτες τάξεις).
• Θρησκευτική διδασκαλία μόνο στα ελληνικά.
• Οι Μεγάλες Δυνάμεις εγγυώνται την εφαρμογή.
Μετά την υπογραφή οι συγκρούσεις μειώνονται αλλά δεν παύουν άμεσα. Άρθρο του Πρωτοκόλλου προέβλεπε ότι η Κορυτσά θα επιδικαζόταν στην Προσωρινή Κυβέρνηση.
Τελικά, στις 8 Ιουλίου η Κορυτσά περνά σε βορειοηπειρωτική διοίκηση ύστερα από έφοδο, ενώ τον ίδιο μήνα και το Τεπελένι τίθεται υπό τον έλεγχό της.
Πόλεμος, επαναστάσεις, διεθνείς μηχανορραφίες
Στις 17 Μαΐου 1914 εκδηλώθηκε επανάσταση στην κεντρική Αλβανία, υποκινούμενη από τους Νεότουρκους, που έθεσε σε κίνδυνο την ισχύ του Πρωτοκόλλου. Ο Βενιζέλος ανησύχησε για ενδεχόμενες λεηλασίες και σφαγές αμάχων. Στις 14 Σεπτεμβρίου βορειοηπειρωτικές δυνάμεις κατέλαβαν προσωρινά το Βεράτιο χωρίς έγκριση της Προσωρινής Κυβέρνησης.
Στα τέλη Οκτωβρίου, ενώ είχε ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, και μετά από συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων, ο Ελληνικός Στρατός εισέρχεται για δεύτερη φορά στην περιοχή ως παράγοντας σταθεροποίησης και προστασίας του πληθυσμού.
Η Προσωρινή Κυβέρνηση τυπικά παύει να υπάρχει και η περιοχή περνά ξανά υπό ελληνική προστασία. Ο Βενιζέλος δηλώνει στη Βουλή ότι μόνο «κολοσσιαία λάθη» θα αποστερούσαν από την Ελλάδα τη Βόρειο Ήπειρο.
Μετά την παραίτησή του, οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις απομακρύνουν την Ελλάδα από την Αντάντ, επιμένοντας στην ουδετερότητα – εξέλιξη που συνδέεται με τον Εθνικό Διχασμό και τη διχοτόμηση της χώρας (Θεσσαλονίκη και Αθήνα).
Στις αρχές 1916, η Βόρειος Ήπειρος συμμετέχει στις εκλογές εκλέγοντας 16 βουλευτές και τον Μάρτιο ανακηρύσσεται η ένωση με βασιλικό διάταγμα (νομοί Αργυροκάστρου και Κορυτσάς).


Στη συνέχεια, οι διεθνείς μηχανορραφίες οδηγούν σε ιταλική και γαλλική παρουσία (Ιταλοί στο Αργυρόκαστρο, Γάλλοι στην Κορυτσά). Μετά τη λήξη του πολέμου, το 1921 αποφασίζεται η οριστική επιδίκαση της περιοχής στην Αλβανία, ενώ κατοπινά το διπλωματικό πλαίσιο κλείνει οριστικά την υπόθεση (1924), με δικαιώματα πολύ πιο περιορισμένα από εκείνα που προέβλεπε το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας και τις εγγυήσεις προς την Κοινωνία των Εθνών.
Ο Γάλλος δημοσιογράφος και συγγραφέας René Puaux, στο βιβλίο του Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος (La Malheureuse Epire), αναφέρει στον πρόλογο ότι η Ευρώπη θα επιτρέψει να διαπραχθεί έγκλημα, παραχωρώντας –για να ικανοποιηθεί η ιταλική βουλιμία– εδάφη κατοικούμενα από Έλληνες πατριώτες στο «φτιαχτό βασίλειο της Αλβανίας», εγκαταλείποντάς τους στην τυραννία των αλβανών μπέηδων.
Επίλογος
Με λίγα λόγια, η Αυτόνομος Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου γεννήθηκε ως άμυνα και πολιτική απάντηση: όταν η περιοχή που έλεγχε ο Ελληνικός Στρατός επιδικάστηκε στην Αλβανία, όταν επιβλήθηκε αποχώρηση χωρίς εγγυήσεις, όταν ο κίνδυνος ατάκτων και βίας μεγάλωσε, οι εκπρόσωποι του τόπου συγκρότησαν Προσωρινή Κυβέρνηση και ανακήρυξαν αυτονομία με στόχο να προστατεύσουν πληθυσμό, δικαιώματα και διοίκηση – ακόμη κι αν αυτό σήμαινε αυτονομία εντός ενός κράτους που τους επιβλήθηκε.

















