Η αίθουσα του συνεδριακού κέντρου της Ενορίας Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στο Φόερμπαχ της Στουτγάρδης γέμισε το απόγευμα του Σαββάτου, στην εκδήλωση των Ποντιακών Σωματείων Βάδης-Βυρτεμβέργης «Δωδεκάπολις».
Θέμα της συνάντησης το συνεχές του τουρκικού εγκλήματος. Από το 1919 έως το 1974, δηλαδή από τη Γενοκτονία των Ελλήνων, στο πογκρόμ στην Πόλη και από εκεί στην εισβολή Κύπρο.
Κεντρικοί ομιλητές ήταν ο Νίκος Μιχαηλίδης, διδάκτωρ Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Πρίνστον, η Μαρία Καζαντζίδου, ιστορικός του Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού (ΙΑΠΕ) Δήμου Καλαμαριάς, και ο φιλόλογος-δημοσιογράφος Ανδρέας Γερμανός.
Στο χώρο λειτούργησαν παράλληλα δύο φωτογραφικές εκθέσεις: μία για την ιστορία, τον πολιτισμό και τη Γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού και μία για τον κυπριακό ελληνισμό και την τουρκική εισβολή, με ανέκδοτες φωτογραφίες της Ελένης Σιδηροπούλου.
Παρουσιάστηκαν επίσης βιβλία για την Κύπρο από τις εκδόσεις «Γερμανός», τα οποία ο εκδότης προσέφερε στις βιβλιοθήκες των ποντιακών συλλόγων.
Μουσικό άνοιγμα και χαιρετισμοί
Η εκδήλωση άνοιξε με τη Σοφία Αναστασιάδου να ερμηνεύει, χωρίς συνοδεία λύρας, το «Την πατρίδα μ’ έχασα…», σε λυρικό και σπαρακτικό τόνο, αποσπώντας παρατεταμένο χειροκρότημα.
Στη συνέχεια, η Ελένη Σιδηροπούλου καλωσόρισε εκ μέρους της «Δωδεκάπολις» τους εκπροσώπους φορέων και συλλόγων, την Ομοσπονδία και Συνομοσπονδία Συλλόγων Γονέων Γερμανίας που δίνουν μάχη για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση, τις ελληνικές κοινότητες, τον πρώην πρόεδρο της ΟΣΕΠΕ Ηλία Μαυρίδη, καθώς και τον επιχειρηματία Ανέστη Τυριτίδη για την οικονομική στήριξη της εκδήλωσης.

Μιλώντας για αυτό «Το συνεχές του τουρκικού εγκλήματος», η ίδια στάθηκε σε πρόσφατη δήλωση του εκπροσώπου του τουρκικού ΥΠΕΞ Οντζού Κετσελί, ο οποίος «απορρίπτει» τους όρους εισβολή, κατοχή και διαίρεση για την Κύπρο. «Αυτό και μόνο», τόνισε, «οφείλει να μας δώσει τη δύναμη να φωνάζουμε ακόμη πιο καθαρά: ναι, είναι εισβολή, ναι είναι κατοχή, ναι είναι διαίρεση της Κύπρου».
Ιδιαίτερη μνεία έκανε στον δημοσιογράφο Φόρη Πεταλίδη, διευθυντή της εφημερίδας Εύξεινος Πόντος, που ανέλαβε το συντονισμό της συζήτησης.
Ο χαιρετισμός της πρέσβειρας
Ακολούθησε ανάγνωση χαιρετισμού της πρέσβειρας της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Γερμανία Μαρίας Παπακυριακού.
Τόνισε ότι Γενοκτονία Ποντίων, Σεπτεμβριανά και τουρκική εισβολή στην Κύπρο δεν είναι «ασύνδετα επεισόδια», αλλά εντάσσονται σε ένα ενιαίο ιστορικό πλαίσιο συστηματικών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνούς νομιμότητας από την Τουρκία.
Υπενθύμισε ότι η Κυπριακή Βουλή αναγνώρισε ομόφωνα το 1994 τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και καθιέρωσε την 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης, ενώ το ψήφισμα αναβαθμίστηκε σε νόμο το 2025 «για να αποδίδεται έμπρακτα η οφειλόμενη τιμή στις 353.000 ψυχές».
Αναφερόμενη στην Κύπρο, μίλησε για τη βίαιη εκδίωξη 160.000 Ελληνοκυπρίων, τη συνεχιζόμενη κατοχή του 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας, το δράμα των αγνοουμένων, τον εποικισμό, το άνοιγμα των Βαρωσίων, την ενίσχυση του ψευδοκράτους και το αφήγημα της λύσης δύο κρατών, τα οποία χαρακτήρισε στρατηγική μονιμοποίησης της διαίρεσης.
Η παρέμβαση του Φόρη Πεταλίδη
Παίρνοντας το λόγο, ο Φόρης Πεταλίδης ευχαρίστησε προσωπικά την Ελένη Σιδηροπούλου, «ακούραστη αγωνίστρια του ποντιακού και προσφυγικού ζητήματος».
Υπενθύμισε ότι οι απόγονοι των προσφύγων από Πόντο και Μικρά Ασία, αλλά και τα παιδιά και εγγόνια των Ελλήνων «γκασταρμπάιτερ» στη Γερμανία, δεν επαναπαύονται∙ οργανώνουν εκδηλώσεις για να δείξουν πως «όταν η κοινωνία δεν είναι σε εγρήγορση και δεν στιγματίζει τον θύτη, τα εγκλήματα μπορεί να επαναληφθούν».
Συνδέοντας το Ανατολικό Ζήτημα με τις σημερινές γεωπολιτικές αναταράξεις, τόνισε ότι η Τουρκία συνεχίζει να διεκδικεί τμήματα του ελληνισμού και πως η σωστή ερμηνεία του παρελθόντος είναι προϋπόθεση για να μη βρεθεί ξανά ο ελληνισμός σε θέση θύματος.

Νίκος Μιχαηλίδης – Η Γενοκτονία ως ατιμώρητη πολιτική
Πρώτος ομιλητής ήταν ο Νίκος Μιχαηλίδης, που ανέδειξε τη διαχρονική πολιτική των Οθωμανών, των Νεοτούρκων και των Κεμαλιστών με στόχο την εξόντωση του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και του Πόντου και την πλήρη κυριαρχία στην περιοχή.
Υπογράμμισε ότι επειδή η Γενοκτονία έμεινε ατιμώρητη, ο Κεμάλ –ο ιθύνων νους της τελικής φάσης– αναγορεύτηκε σε «Ατατούρκ».
Την ίδια ώρα, η ελληνική πολιτική τάξη αντιμετωπίζοντας φοβικά την Τουρκία και χωρίς μακροπρόθεσμο σχέδιο, «συνεχίζει να υποχωρεί, με νέα εθνικά κόστη».
Συνέδεσε αυτή τη συνέχεια με τα Σεπτεμβριανά του 1955, το διωγμό των Ελλήνων της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου, και εν τέλει με την εισβολή και κατοχή της Κύπρου.
Επεσήμανε ακόμη ότι μεγάλο τμήμα της τουρκικής αστικής τάξης πλούτισε από το σφετερισμό των περιουσιών των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, φέρνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τους απογόνους του Τοπάλ Οσμάν και άλλες σημερινές οικονομικές ελίτ.
Μαρία Καζαντζίδου – Τα Σεπτεμβριανά και η «κρατικά οργανωμένη λήθη»
Η δεύτερη ομιλήτρια, Μαρία Καζαντζίδου, παρουσίασε το πογκρόμ της 6-7ης Σεπτεμβρίου 1955 στο πλαίσιο των εσωτερικών πολιτικών πιέσεων στην Τουρκία, της κλιμάκωσης του Κυπριακού και της έντασης του Ψυχρού Πολέμου.
Χαρακτήρισε την αποσιώπηση των Σεπτεμβριανών «κρατικά οργανωμένη λήθη» σε εθνικό και διεθνές επίπεδο και τόνισε ότι η ιστορική αναγνώριση τέτοιων γεγονότων είναι όρος για ώριμο ιστορικό στοχασμό και συμφιλίωση με το παρελθόν.
Ανέλυσε πώς η μνήμη του πογκρόμ διασώθηκε κυρίως μέσα από τη διασπορά, την ιστοριογραφία, την τέχνη και τις κοινοτικές τελετές, με φωτογραφικά αρχεία και προφορικές μαρτυρίες να λειτουργούν ως πράξεις αντίστασης στη λήθη.
«Η άρνηση της ιστορίας των θυμάτων», σημείωσε, «ισοδυναμεί με δεύτερο τραύμα». Η δημόσια διατήρηση της μνήμης είναι, σύμφωνα με την ίδια, προϋπόθεση για να μην επαναληφθούν ανάλογες θηριωδίες και βασικός πυλώνας της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού.
Μετά την ομιλία της ακούστηκε το τραγούδι «Η Κύπρος» της Σοφίας Παπαδοπούλου, γραμμένο και ηχογραφημένο στη Γερμανία, στον απόηχο της τουρκικής εισβολής του 1974.

Ανδρέας Γερμανός – Η Κύπρος, η εισβολή και η αντοχή της Δημοκρατίας
Ο Ανδρέας Γερμανός την εισήγησή του για την εισβολή και την κατοχή στην Κύπρο την αφιέρωσε στα θύματα των γενοκτονιών της Τουρκίας και στους νεκρούς και αγνοούμενους της εισβολής.
Περιέγραψε πώς το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου άνοιξε το δρόμο στην Άγκυρα να επικαλεστεί τα επεμβατικά της δικαιώματα.
Με τον «Αττίλα Ι» η Τουρκία αποβίβασε στρατεύματα και βαρύ οπλισμό στην Κερύνεια, ενώ με τον «Αττίλα ΙΙ» κατέλαβε τελικά το 37% του νησιού.
Παρέθεσε στοιχεία: χιλιάδες νεκροί, 200.000 πρόσφυγες, 1.769 αγνοούμενοι, εγκλωβισμένοι στην Καρπασία, μαζικές εκτελέσεις, βιασμοί, λεηλασίες, καταστροφή εκκλησιών και κοιμητηρίων, μετονομασίες πόλεων και χωριών, εποικισμός και παραμονή δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών.
Υπογράμμισε ότι, παρά τον ακρωτηριασμό, η Κυπριακή Δημοκρατία άντεξε, ανασυγκροτήθηκε, και με τη στήριξη της Ελλάδας και του απόδημου ελληνισμού παρέμεινε διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, πέτυχε την απομόνωση του ψευδοκράτους, την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, και το 2004 την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση – «ασφαλιστική δικλείδα» για μια μελλοντική ευρωπαϊκή και βιώσιμη λύση.
Τόνισε δε την ανάγκη ενιαίας εθνικής στρατηγικής Ελλάδας-Κύπρου απέναντι στην Τουρκία που αντιμετωπίζει τον ελληνισμό ως ενιαίο σύνολο.

Ποίηση, συζήτηση και τιμητικές διακρίσεις
Στη συνέχεια η ποιήτρια Ελένη Ελευθεριάδου που ζει μόνιμα στη Γερμανία, απήγγειλε ποίημα αφιερωμένο στον Πόντο, τα Σεπτεμβριανά και την Κύπρο. Ακολούθησε συζήτηση με ερωτήσεις από το ακροατήριο και απαντήσεις των ομιλητών.
Η Ελένη Σιδηροπούλου ανακοίνωσε τη θέσπιση αναμνηστικής πλακέτας στο όνομα του Μιχάλη Χαραλαμπίδη, «μεγάλου αγωνιστή, οραματιστή και ανθρωπιστή», υπενθυμίζοντας το κάλεσμά του «Σταθείτε ψηλά, σηκωθείτε ψηλά».
Η «Δωδεκάπολις» δεσμεύτηκε να απονέμει στο εξής τιμητικές πλακέτες σε επιστήμονες, λογοτέχνες, ακτιβιστές και ανθρώπους του πολιτισμού που υπηρετούν τα ζητήματα του Πόντου, «με απαράβατο όρο στο επίκεντρο να βρίσκεται πάντα ο άνθρωπος και οι αγώνες του».
Πρώτοι τιμήθηκαν οι καλεσμένοι της εκδήλωσης, από την Ελένη Σιδηροπούλου, τον Γιάννη Μωυσίδη, τον Κώστα Καχριμανίδη και τον Αλέκο Θεοδοσιάδη.

Η βραδιά ολοκληρώθηκε με παραδοσιακά ποντιακά εδέσματα που ετοίμασαν οι γυναίκες της «Δωδεκάπολις», επιβεβαιώνοντας πως η μνήμη και η φιλοξενία του ποντιακού ελληνισμού μεταφέρονται –όπως και ο αγώνας για δικαιοσύνη– από γενιά σε γενιά.
















