Απαγορευμένος μουσικοσυνθέτης που γνώριζε όλη η Ρωσική Αυτοκρατορία, κινηματίας κατά του τσάρου και νόθο παιδί ελληνοαρμενικής καταγωγής που μεγάλωσε στα πλούτη και έλαβε την καλύτερη δυνατή μόρφωση.
Το μόνο σίγουρο ήταν πως ο Νικολάι Ιβάνοβιτς Χαρίτο δεν ήταν ο μέσος άνθρωπος ούτε και έζησε μια συμβατική ζωή.
Οι μοίρες τού επεφύλαξαν μια περιπετειώδη πορεία και έναν ιδανικό θάνατο.
Ο Νικολάι Ιβάνοβιτς Χαρίτο γεννήθηκε στη Γιάλτα στις 19 Δεκεμβρίου του 1886. Πατέρας του ήταν ο αρμενικής καταγωγής αριστοκράτης και μεταλλειολόγος μηχανικός Ιβάν Παύλοβιτς Ιβανίσοφ. Μητέρα του ήταν η Ναντιέζντα (Ελπίδα) Χαρίτο του Γεωργίου, από άσημη οικογένεια Ελλήνων από την Μπαλακλάβα της Ταυρίδας.

Ο Ιβάν είχε μεταβεί από την Αγία Πετρούπολη στη Γιάλτα το 1884 και έμεινε εκεί για αρκετά χρόνια για να εργαστεί σε κατασκευαστικά έργα οδοποιίας. Εκεί ερωτεύτηκε την όμορφη Ναντιέζντα, ενώ ήταν ήδη παντρεμένος και η σύζυγός του τον περίμενε στην Αγία Πετρούπολη. Παρότι ο Ιβάν είχε ήδη νόμιμη σύζυγο, νυμφεύτηκε την Ναντιέζντα με πολιτικό γάμο. Ο παράφορος έρωτας τούς χάρισε εκτός από τον Νικολάι και τέσσερις κόρες: τη Βέρα, τη Λήδα, την Ελένα και τη Ναντιέζντα. Ωστόσο η ιστορία τους έληξε άδοξα, καθώς χώρισαν. Αμέσως μετά το χωρισμό, τα πέντε τέκνα που ούτως ή άλλως θεωρούνταν νόθα, λόγω του πρώτου γάμου του Ιβάν και λόγω της διαφοράς της κοινωνικής τάξης των γονιών, πήραν το ελληνικό επίθετο της μητέρας τους – Χαρίτο.
Καθώς ο Ιβάν Ιβανίσοφ ήταν πολύ ευκατάστατος, ο Νικολάι και οι αδερφές του μεγάλωναν μέσα σε ανέσεις και λαμβάνοντας την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση, πριν και μετά το χωρισμό των γονιών τους.
Η μητέρα τους αν και άσημης καταγωγής, ήταν καλλιεργημένη γυναίκα και με μουσική παιδεία, την οποία μετέδωσε στον γιο και στις κόρες της. Τους δίδαξε τη μουσική από τα νηπιακά τους χρόνια.
Το σπίτι τους στη Γιάλτα φιλοξενούσε τακτικά σημαίνοντες επισκέπτες από διάφορες πόλεις της Ρωσίας, οι οποίοι αρέσκονταν να ακούνε τις ιδιωτικές παραστάσεις των παιδιών Χαρίτο.
Από πολύ νωρίς ο Νικολάι εκδήλωσε ένα μουσικό χάρισμα που ξεπερνούσε αυτό των αδελφών του. Σε ηλικία πέντε ετών έπαιζε καλά στο φορτεπιάνο και έλεγε δικά του ποιήματα.
Το 1895 ο Νικολάι εισήλθε στο Αλεξάνδρειο Γυμνάσιο της Γιάλτας. Ήταν άριστος μαθητής και ιδιαίτερα κοινωνικός. Έπαιρνε επαίνους για τις μαθητικές του επιδόσεις και διακρινόταν στις βραδιές μπάλου. Στις σχολικές γιορτές οι δάσκαλοι του ανέθεταν να παίζει Μπαχ, Μπετόβεν, Σοπέν, Τσαϊκόφσκι και Ραχμάνινοφ. Ο νεαρός Νικολάι έκανε επίδειξη παίζοντας τους μεγάλους συνθέτες από μνήμης, χωρίς να διαβάζει τις νότες.
Μετά το Γυμνάσιο μπήκε στη νομική σχολή του Κιέβου. Ως φοιτητής εξελίχθηκε σε μια πολύ ελκυστική προσωπικότητα. Προξενούσε εντύπωση και ασκούσε γοητεία στον περίγυρό του, λόγω της μεγάλης του μόρφωσης, του ταλέντου στη μουσική, λόγω του καλού του χαρακτήρα και της ιδιαίτερης αύρας που είχε. Ήταν πάντα η ψυχή της παρέας και ιδιαίτερα δραστήριος κοινωνικά. Έπαιζε πιάνο σε χοροεσπερίδες, τραγουδούσε, απήγγειλε ποιήματα δικά του και άλλων.
Την περίοδο εκείνη ήταν πολύ δημοφιλής η μουσική του ρομάντζου. Ο Νικολάι Χαρίτο, μετά από παρότρυνση των φίλων του, άρχισε να γράφει τα πρώτα δικά του δείγματα του είδους αυτού, στο οποίο τελικά θα καθιερωθεί και θα μείνει στην ιστορία. Το φθινόπωρο του 1910 εξέδωσε το πρώτο του και το πιο δημοφιλές μέχρι σήμερα –«Τα Χρυσάνθεμα».
Η Ντίνα Γκαρίποβα ερμηνεύει «Τα Χρυσάνθεμα»
Την ίδια περίοδο άρχισε να μοιράζεται αρκετές κοινές ιδέες με τους φοιτητές που ενστερνίζονταν τη φιλελεύθερη ιδεολογία. Μάλιστα κινδύνεψε να διαγραφεί δύο φορές από το Γυμνάσιο: τη μία επειδή τόλμησε να παίξει στο πιάνο τη «Μασσαλιώτιδα» με ανοιχτά τα παράθυρα, και την άλλη επειδή συμμετείχε στις διαδηλώσεις που έγιναν στο πλαίσιο της κηδείας του Λέοντος Τολστόι.
Αργότερα εντάχθηκε στο Κόμμα των Σοσιαλιστών-Επαναστατών. Το έτος 1911, πλέον παντρεμένος με την Μαρία Ολυμπίεβνα Φιοντόροβιτς, συνελήφθη μαζί με τη σύζυγό του και εστάλη στο Αρχάγγελσκ, όπου ζούσε υπό αστυνομική επιτήρηση. Εκεί έπαθε φυματίωση και εστάλη για θεραπεία και διαμονή στην Ελβετία μέχρι να εκτίσει όλο τον χρόνο της εξορίας του. Κατά τη διετή παραμονή του στην Ελβετία ο Νικολάι πήγαινε ως επισκέπτης στη Σχολή Κλασικής Μουσικής.
Με την επιστροφή στη Ρωσία το 1913, άρχισε να εργάζεται ως μουσικός στο θέατρο του σκηνοθέτη Στρόεφ και ερωτεύτηκε την κόρη του Τατιάνα, με την οποία συνήψε σχέση. Σύντομα ο ίδιος και όλη η οικογένεια Χαρίτο μετακόμισαν στην οικία του Στρόεφ. Η περίοδος εκείνη, κατά την οποία έκανε το νέο του ξεκίνημα και βίωνε έναν καινούργιο έρωτα ήταν η πιο παραγωγική στη ζωή του Νικολάι Χαρίτο.
Η Λυδία Νεμπάμπα ερμηνεύει τις «Σκιές των περασμένων» του Ν. Χαρίτο
Το έργο του δεν περιοριζόταν στο ρομάντζο, καθώς περιλάμβανε επιπλέον τη μελοαπαγγελία (απαγγελία με τη συνοδεία ορχήστρας), συνθέσεις πιάνου για θεατρικά, μουσική για ταινίες. Η μουσική του πλαισίωσε τα τηλεοπτικά έργα του διάσημου για την εποχή Γάλλου κωμικού Μαξ Λίντερ (1883-1925). Τα 48 έργα που συνέθεσε σε όλη του τη ζωή κυκλοφόρησαν σε δίσκους πριν από το 1917. Αρκετά εξ αυτών έντυσαν μουσικά στίχους μεγάλων Ρώσων ποιητών, όπως Τιούτσεβ, Απούχτιν κ.ά. Βάσει του πρώτου του έργου –«Τα Χρυσάνθεμα»– γυρίστηκε η ρωσική ταινία Άνθισαν προ πολλού τα χρυσάνθεμα στον κήπο (1913).
Όταν το 1914 ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Χαρίτο δεν έγινε δεκτός στο στρατό ως ακατάλληλος λόγω της φυματίωσης την οποία είχε περάσει. Παρόλα ταύτα, με επιμονή κατάφερε το 1916 να εισέλθει στη Στρατιωτική Σχολή Πεζικού «Νικολάγιεφσκογιε» του Κιέβου. Αποφοίτησε επιτυχώς με το βαθμό του Σημαιοφόρου και υπηρέτησε στο Κίεβο.
Την 9η Νοεμβρίου του 1918 ο Νικολάι Χαρίτο έφυγε από τη ζωή πρόωρα, πάνω στον πυρετό της δημιουργικότητάς του, σε ηλικία 32 ετών.
Ήταν καλεσμένος σε γάμο στον οικισμό Τιχορέτσκι. Παντρευόταν ο πρώην συμφοιτητής του А. Κοζατσίνσκι με την Σοφία Γκονσερόβα.
Το άμετρο ενδιαφέρον που έδειξε προς τον Νικολάι η αδερφή της νύφης, η Βέρα, προκάλεσε έκρηξη ζήλειας στον συνοδό της βαρόνο Μπονγκάρντεν, ο οποίος επιτόπου πυροβόλησε τον καλλιτέχνη με πιστόλι εξ επαφής.
Οι φίλοι του Χαρίτο έπιασαν τον βαρόνο με σκοπό την αυτοδικία για το θάνατο του φίλου τους. Ωστόσο τους πρόλαβε η αστυνομική περίπολος, η οποία συνέλαβε και προσήγαγε τον δράστη. Ο Μπονγκάρντεν δικάστηκε αλλά αθωώθηκε, καθώς η υπεράσπιση παρουσίασε τη δολοφονία ως εκτέλεση ενός επαναστάτη κατά του τσάρου, και όχι ως έγκλημα πάθους που ήταν. Ο βαρόνος έχασε τους στρατιωτικούς του βαθμούς και εστάλη να υπηρετεί ως κατώτερος στο στράτευμα.
Ο τραγικός θάνατος του καλλιτέχνη χαρακτηρίζεται από τους σύγχρονους ιστορικούς της τέχνης ως μεγάλο πλήγμα για τον ρωσικό πολιτισμό. Την εποχή εκείνη κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει αντιληπτό, καθώς η χώρα βυθιζόταν στο χάος και στον εμφύλιο σπαραγμό της Οκτωβριανής Επανάστασης που άλλαξε τον ρου της ρωσικής και της παγκόσμιας ιστορίας. Ποιος να ασχοληθεί τότε με τις τέχνες;

Ο Νικολάι Χαρίτο τάφηκε στο τοπικό νεκροταφείο του Τιχορέτσκι, ενώ έναν χρόνο αργότερα η μητέρα του μετέφερε τα λείψανά του στο Κίεβο, για να ταφεί δίπλα στην αδερφή του, την Ελένα.
Οι δίσκοι με τις συνθέσεις του απαγορεύτηκαν στη Σοβιετική Ένωση, επειδή θεωρήθηκαν πνευματικά προϊόντα της μπουρζουαζίας.
Το έργο του ανθρώπου που επί τσάρων επαναστάτησε και εξορίστηκε για τις φιλελεύθερές του ιδέες, χαρακτηρίστηκε από το «φιλολαϊκό» καθεστώς ως μη κατάλληλο για τη λαϊκή ψυχαγωγία και διάπλαση του ήθους.
Ωστόσο σε όλη τη χώρα οι μελωδίες και οι στίχοι του παίζονταν ιδιωτικά στα κρυφά. Επίσης οι δίσκοι του ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί στην ρωσόφωνη διασπορά στην Ευρώπη και στην Αμερική, όπου κατέφυγαν οι αριστοκράτες μετά την επικράτηση του κομμουνισμού. Ακούγοντας τις μελωδίες του Χαρίτο οι «εμιγκρέδες» αυτοί νοσταλγούσαν την πατρίδα και αναπολούσαν τις δικές τους ο καθένας και η καθεμιά προσωπικές ερωτικές ιστορίες.
Σπάρτακος Τανασίδης
















