Η κατά κόσμον Αθηνά Μακκαβαίου γεννήθηκε στη Νέα Έφεσο της Μικράς Ασίας το 1893, και έμελλε να αναδειχθεί σε σημαντική μορφή του γυναικείου ορθόδοξου μοναχισμού. Από νεαρή ηλικία διακρίθηκε για την ευλάβεια, την εργατικότητα και την καλοσύνη της. Την εποχή εκείνη ο φανατισμός των Τούρκων ήταν οξυμένος, και γι’ αυτό οι γονείς προσπαθούσαν να αποκαθιστούν σε γάμο τα κορίτσια τους από πολύ μικρή ηλικία.
Έτσι και η Αθηνά Μακκαβαίου παντρεύτηκε νωρίς και απέκτησε δύο κόρες, την Καλλιόπη και την Ελλάδα.
Κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή ο σύζυγός της πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους και έχασε τη ζωή του στα τάγματα εργασίας. Νεαρή χήρα, με τα δύο μικρά παιδιά της και τη μητέρα της, η Αθηνά ήλθε στη Δράμα μαζί με πολλούς άλλους Μικρασιάτες πρόσφυγες και εργάστηκε σε καπνομάγαζο (όπως ονομάζονταν τα καπνεργοστάσια). Ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα πέθανε η μικρότερη κόρη της, Ελλάδα. Η Αθηνά βρέθηκε σε μεγάλη οικονομική δυσχέρεια και συμπλήρωνε το εισόδημά της κεντώντας και ράβοντας.
Κατά τη βουλγαρική κατοχή (1941-44) υπέστη διώξεις και αναγκάστηκε να μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη για προστασία. Διέμενε στο σπίτι της κόρης της, Καλλιόπης, η οποία είχε παντρευτεί πριν από λίγα χρόνια.
Συνδέθηκε πνευματικά με τον όσιο Γεώργιο (Καρσλίδη) της Δράμας, από τον οποίο εκάρη μοναχή και έλαβε το όνομα Άννα. Τον Αύγουστο του 1959 εκείνος την κάλεσε κοντά του και της ανακοίνωσε την επερχόμενη κοίμησή του (4 Νοεμβρίου 1959).
Στον έρημο τόπο της Σίψας όπου είχε μονάσει ο όσιος, εγκαταστάθηκε αδελφότητα από το 1970 με επικεφαλής τη Μικρασιάτισσα Γερόντισσα Ακυλίνα. Έτσι, με την επίβλεψη και στήριξη του μητροπολίτη Δράμας Διονυσίου, στην εγκαταλελειμμένη περιοχή ιδρύθηκε και αναπτύχθηκε Ιερά Μονή αφιερωμένη στην Ανάληψη του Σωτήρος με πολυμελή αδελφότητα μοναζουσών. Τότε η γερόντισσα Άννα έφυγε από τη Θεσσαλονίκη, όπου διέμενε με την οικογένεια τής κόρης της, και εντάχθηκε στη νέα Αδελφότητα.
Ως μοναχή, αγαπήθηκε πολύ από τις συνασκήτριές της. Ανέπτυξε όλες τις χριστιανικές αρετές –όπως η υπομονή και η υπακοή– και παρόλο που έφθασε στο μοναστήρι στα 77 της χρόνια, εργαζόταν σε πολλές χειρωνακτικές διακονίες της μονής. Είχε λάβει ως διακόνημα την προσευχή για όσους ζητούσαν πνευματική συμπαράσταση από τις μοναχές, και μάλιστα με δάκρυα πάντοτε σταύρωνε όσους της το ζητούσαν. Όταν την ρωτούσαν οι αδελφές για τα δάκρυα, εκείνη απαντούσε με ταπείνωση:
«Αν δεν πονά ή καρδιά, τα μάτια δεν τρέχουν…».
Υπήρξε πρότυπο υπακοής στη Γερόντισσα Ακυλίνα και μάλιστα έλεγε: «Γερόντισσα σημαίνει Άγγελος. Αυτήν να υπακούσουμε. Ποτέ να μην την λυπούμε, γιατί θα δώσει απολογία για τις ψυχές μας».
Εκοιμήθη στις 12 Ιανουαρίου 1981 στη Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος Δράμας.
















