Η Πρωτοχρονιά του 1068 δεν έμελλε να είναι μια απλή αλλαγή ημερολογίου για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Εκείνη την ημέρα, στην Κωνσταντινούπολη, σφραγίστηκε μια από τις πιο δραματικές και μοιραίες ενώσεις της βυζαντινής ιστορίας: ο γάμος της χήρας αυτοκράτειρας Ευδοκίας Μακρεμβολίτισσας με τον στρατηγό Ρωμανό Διογένη και η ταυτόχρονη στέψη τους ως αυτοκρατόρων.
Ήταν η αρχή μιας τριετίας γεμάτης φιλοδοξίες, πόλεμο, προδοσία και, τελικά, τραγική πτώση.
Ο Ρωμανός Δ’ Διογένης γεννήθηκε γύρω στο 1030 και καταγόταν από ισχυρή αριστοκρατική οικογένεια της Καππαδοκίας. Πατέρας του ήταν ο Κωνσταντίνος Διογένης, σημαντικός γαιοκτήμονας, ενώ από την πλευρά της μητέρας του συνδεόταν με τον αυτοκρατορικό οίκο των Αργυρών, καθώς παππούς του ήταν ο Βασίλειος Αργυρός, αδελφός του αυτοκράτορα Ρωμανού Γ΄. Από νωρίς ξεχώρισε για τη γενναιότητα, την ορμητικότητα και τις στρατιωτικές του ικανότητες, τις οποίες ανέδειξε στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας.
Το 1067, μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι’ Δούκα, ο Ρωμανός κατηγορήθηκε ότι σχεδίαζε να σφετεριστεί το θρόνο από τους ανήλικους γιους του εκλιπόντος. Περιμένοντας την ποινή του, βρέθηκε μπροστά σε μια απροσδόκητη τροπή: Η Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα όχι μόνο τον συγχώρεσε, αλλά τον επέλεξε και ως σύζυγο και κηδεμόνα των παιδιών της. Η απόφαση αυτή δεν ήταν μόνο πολιτική. Η αυτοκρατορία απειλούνταν θανάσιμα από τις επιδρομές των Σελτζούκων στα ανατολικά, ενώ η ίδια η Ευδοκία –γυναίκα σπάνιας ομορφιάς, ευφυΐας και παιδείας, ανιψιά του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου και μέλος κύκλου λογίων– φαίνεται πως είχε γοητευθεί από τη δυναμική προσωπικότητα του Ρωμανού.
Παρά τις αντιδράσεις και τον όρκο που είχε δώσει στον Κωνσταντίνο Ι΄ να μην ξαναπαντρευτεί, η Ευδοκία έκρινε ότι το κράτος δεν είχε άλλη επιλογή. Οι Σελτζούκοι είχαν ήδη καταλάβει την Καισάρεια και λεηλατήσει τον ναό του Μεγάλου Βασιλείου. Ο πατριάρχης Ιωάννης Η’ Ξιφιλίνος επικύρωσε το γάμο την 1η Ιανουαρίου 1068 και ο Ρωμανός Δ’ Διογένης στέφθηκε αυτοκράτορας, συναυτοκράτορας και κηδεμόνας των τριών θετών του γιων: του Μιχαήλ, του Κωνστάντιου και του Ανδρόνικου Δούκα.

Η άνοδός του εξόργισε τη δυναστεία των Δουκών. Ο Καίσαρας Ιωάννης Δούκας, αδελφός του Κωνσταντίνου Ι’, η Βαράγγειος Φρουρά και λόγιοι όπως ο Μιχαήλ Ψελλός είδαν στο πρόσωπό του έναν επικίνδυνο σφετεριστή. Ο Ρωμανός, ωστόσο, ήταν αποφασισμένος να αποδείξει την αξία του στο πεδίο της μάχης.
Οι πρώτες του εκστρατείες είχαν επιτυχίες. Αντιμετώπισε Σαρακηνούς και Σελτζούκους στη Συρία, στον Πόντο, στην Τεφρική και στο Εμιράτο του Χαλεπίου, απελευθερώνοντας αιχμαλώτους και ανακαταλαμβάνοντας εδάφη. Κατέλαβε την Ιεράπολη Φρυγίας και την οχύρωσε, όμως οι νίκες του ήταν προσωρινές. Ο στρατός του ήταν ανομοιογενής, αποτελούμενος από Σλάβους, Αρμένιους, Βούλγαρους, Φράγκους και πλήθος μισθοφόρων από κάθε γωνιά του τότε κόσμου. Παρά το προσωπικό του ταλέντο, η ανυπομονησία και η ορμητικότητά του, σε συνδυασμό με τη γενικευμένη κακοδιαχείριση των προηγούμενων ετών, υπονόμευαν κάθε προσπάθεια.
Το 1070 ο Ρωμανός έμεινε στην Κωνσταντινούπολη και προχώρησε σε βαθιές μεταρρυθμίσεις: Περιόρισε τις δαπάνες της αυλής, τους μισθούς της αριστοκρατίας, τα προνόμια των εμπόρων, επέβαλε πειθαρχία στον στρατό και αύξησε τη φορολογία. Οι αλλαγές αυτές τον έκαναν μισητό σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Την ίδια στιγμή, το Μπάρι, το τελευταίο βυζαντινό προπύργιο στην Ιταλία, έπεφτε στους Νορμανδούς το 1071.
Η μοιραία καμπή ήρθε με την εκστρατεία του 1071 στην Αρμενία. Ο Ρωμανός βάδισε εναντίον του σουλτάνου Αλπ Αρσλάν για να ανακαταλάβει το Μαλαζγκίρτ (Μάντζικερτ). Ο στρατός ήταν απείθαρχος, οι μισθοφόροι λιποτακτούσαν και ο αυτοκράτορας πήρε το μοιραίο ρίσκο να τον διαιρέσει. Στις 26 Αυγούστου 1071 δόθηκε η περίφημη Μάχη του Μάντζικερτ. Κατά τη σύγχυση της υποχώρησης, ο Ανδρόνικος Δούκας πρόδωσε ανοιχτά τον αυτοκράτορα, διαδίδοντας ότι είχε σκοτωθεί.

Ο Ρωμανός πολέμησε μέχρι τέλους. Φόρεσε την πανοπλία του, όρμησε με το ξίφος στο χέρι, σκότωσε και έτρεψε σε φυγή πολλούς εχθρούς, μέχρι που τραυματισμένος έπεσε από το άλογό του και συνελήφθη. Ο Αλπ Αρσλάν, σύμφωνα με τις πηγές, τον αντιμετώπισε με απρόσμενη μεγαλοψυχία. Αφού τον ταπείνωσε συμβολικά, τον φιλοξένησε βασιλικά και τον απελευθέρωσε με λύτρα, τα οποία μάλιστα μείωσε δραστικά.
Όμως, στην Κωνσταντινούπολη η τύχη του είχε ήδη κριθεί. Οι Δούκες, με τη στήριξη του Μιχαήλ Ψελλού, ανέτρεψαν τον Ρωμανό, ανάγκασαν την Ευδοκία να μονάσει και ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Μιχαήλ Ζ’. Όταν ο Ρωμανός επέστρεψε, ηττήθηκε, παραδόθηκε με αντάλλαγμα την ασφάλειά του, αλλά η συμφωνία παραβιάστηκε. Στις 29 Ιουνίου 1072 τυφλώθηκε με απάνθρωπο τρόπο.
Εξορίστηκε στη νήσο Πρώτη, όπου, χωρίς ιατρική φροντίδα, πέθανε από τα τραύματά του στις 4 Αυγούστου 1072.
Η Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα, η γυναίκα που τον ανέβασε στο θρόνο και τελικά τον είδε να συντρίβεται, έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της στη σιωπή, τη μελέτη και τη συγγραφή, αφήνοντας πίσω της έργα και έναν βίο που συνεχίζει να διχάζει τους ιστορικούς. Ο ιστορικός Τζον Τζούλιους Νόργουιτς θα γράψει αιώνες αργότερα: «Θανάτωσαν μαρτυρικά έναν γενναίο και σωστό άνδρα».
Έτσι, η Πρωτοχρονιά του 1068, που ξεκίνησε με στέψεις και ελπίδες, κατέληξε να σηματοδοτεί την αρχή μιας από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της Βυζαντινής ιστορίας και μιας ήττας που άλλαξε για πάντα την τύχη της αυτοκρατορίας.
















