Η ιστορία του ανθρώπου που θα διαβάσετε παρακάτω, δεν είναι σενάριο, για κάποια ταινία του ’50. Παρόλο που μια κομβική στιγμή στη ζωή του έγινε ταινία. Πάμε πίσω, στον 20ό αιώνα όταν οι ποδοσφαιριστές ιδρώνανε για τη φανέλα. Όπου το σκηνικό των τελευταίων δεκαετιών, με τα χρυσά συμβόλαια και τις λαμπερές ζωές έμοιαζε εξωπραγματικό, σχεδόν από άλλο πλανήτη. Αλλά και οι αθλητές τότε, δεν ήταν απλά οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, αλλά τα αγαπημένα παιδιά της γειτονιάς τους.
Μια τέτοια ιστορική μορφή των γηπέδων ήταν και ο Ανδρέας Μουράτης. Ο ποδοσφαιριστής που οι οπαδοί του είχαν δώσει το παρατσούκλι «Μιζούρι».
Το «Μιζούρι» ήταν ένα θρυλικό αμερικάνικο αεροπλανοφόρο που είχε διαπρέψει στις μάχες της Ίβο Τζίμα και της Οκινάουα και το 1947 ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι του Πειραιά. Τέτοια ήταν η δύναμη του Μουράτη στον αγωνιστικό χώρο.
Αν και δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλός, είχε γερό «σκαρί» και το πάθος του τον έκανε απροσπέλαστο από τους δεξιούς εξτρέμ των αντιπάλων.
Έτερο παρατσούκλι ήταν το «Μουράτ ασλάν». «Ασλάν», στα τούρκικα σημαίνει λιοντάρι.
Αυτό προέκυψε στον αγώνα της Εθνικής Ελλάδας με την Τουρκία στην Κωνσταντινούπολη, στις 28 Νοεμβρίου 1948, αλλά και σε ένα ανεπίσημο φιλικό που διεξήχθη λίγες μέρες αργότερα, που τους ανάγκασε να τον παρομοιάσουν με τον βασιλιά των ζώων. Έκτοτε έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στη γειτονική χώρα, λόγω και της μικρασιατικής καταγωγής του.
Με μια μπάλα αγκαλιά
Γεννημένος στις 29 Νοεμβρίου 1926 ο Ανδρέας Μουράτης ήταν γιος του Μάρκου Μουράτη, που ήταν πρόσφυγας απ’ τα Βουρλά της Μικράς Ασίας κι εργαζόταν ως λιμενεργάτης. Του άρεσε και το ποδόσφαιρο και μάλιστα είχε παρακολουθήσει τους πρώτους αγώνες του Ολυμπιακού, που είχε ιδρυθεί λίγους μήνες προτού γεννηθεί ο γιος του.
Ο μικρός Ανδρέας ανακάλυψε το ταλέντο του στο ποδόσφαιρο αγωνιζόμενος από πολύ νεαρή ηλικία με την ανεξάρτητη ομάδα των Χρωματουργείων Πειραιά (ΧΡΩ.ΠΕΙ). Στα χρόνια της Κατοχής διακρίθηκε ως σαλταδόρος στα γερμανικά καμιόνια, απ’ όπου άρπαζε τρόφιμα και τιμαλφή, αλλά δεν έκοψε την μπάλα. Το 1942, μάλιστα, εντάχθηκε στην Προοδευτική, όπου το πηγαίο αλλά ακατέργαστο ταλέντο του άρχισε να ξεχωρίζει.
Μια μικρή σημείωση: Ο Ανδρέας Μουράτης ήταν αγράμματος. Για αυτό και το συμβόλαιο που υπέγραψε στον Ολυμπιακό, δεν είχε το όνομά του, αλλά σταυρό.
Οι κόκκινοι τον απέκτησαν το 1944 με αντάλλαγμα… δύο ψαρόσουπες που τον κέρασαν οι παράγοντές του σε ένα ταβερνάκι στο Πέραμα. Εκτός όμως το παραπάνω τρόπαιο, ζήτησε και κάτι ακόμα: Να παρέμβουν οι άνθρωποι του Ολυμπιακού ώστε να εξαφανίσουν τον φάκελο αριστερών φρονημάτων που είχε στην Ασφάλεια. Τα χρόνια της Κατοχής ο Μουράτης είχε αγωνιστεί και στην ομάδα της ΕΠΟΝ Πειραιά.

Ο δημοσιογράφος Γιάννης Γεωργάκης αποκάλυψε, το 2019, πως ο Μουράτης, μαζί με τον συμπαίκτη του Νίκο Γόδα ήταν μεταξύ των μαχητών του ΕΛΑΣ Πειραιά στη Μάχη της Ηλεκτρικής στο Κερατσίνι, όπου με το όπλο στο χέρι δεν επέτρεψαν στους κατακτητές να ανατινάξουν το εργοστάσιο. Έντεκα ΕΛΑσίτες έδωσαν τη ζωή τους για να μη μείνουν η Αθήνα κι ο Πειραιάς στο σκοτάδι. Ο Γόδας πιστός στις ιδέες του εκτελέστηκε το 1948 στο Λαζαρέτο της Κέρκυρας, ζητώντας να φορέσει κατά την εκτέλεση τη φανέλα του Ολυμπιακού.
Το σκηνικό με την βασίλισσα
Ο δημοσιογράφος Γιάννης Γεωργάκης είχε αποκαλύψει και ένα περιστατικό για τον Ανδρέα Μουράτη. Συγκεκριμένα το 1953, όταν η Ελλάδα αντιμετώπισε στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας την Τουρκία για το κύπελλο ανατολικής Μεσογείου και νίκησε 3-1 με τρία γκολ του Γιώργου Δαρίβα. Επειδή οι δύο ομάδες θα αναμετριόνταν και έπειτα από δύο μέρες σε φιλική συνάντηση, η ΕΠΟ έκρινε σωστό να διανυκτερεύουν οι παίκτες σε ξενοδοχείο της Βουλιαγμένης.
Την επομένη το πρωί ενώ έκαναν περίπατο στην παραλία, τους κάλεσε ο αρχηγός της αποστολής να παραταχθούν γρήγορα, επειδή, όπως είπε, έρχεται η βασίλισσα. Παρατάχτηκαν πάραυτα και πλησιάζει ένα αυτοκίνητο από το οποίο κατεβαίνει η Φρειδερίκη.

Η τότε βασίλισσα τους συνεχάρη για τη νίκη και την απόδοσή τους. Όπως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις κάποιος από την ομάδα έπρεπε να ανταποδώσει τις φιλοφρονήσεις. Αρμοδιότερος όλων είναι ο εκάστοτε αρχηγός της εθνικής και επί του προκειμένου ο Αντρέας Μουράτης. Αγράμματος ο Μουράτης, κάθε φορά που έπρεπε να κάνει δηλώσεις, συμβουλεύονταν τον φίλο και συμπαίκτη του στον Ολυμπιακό Γιώργο Δαρίβα.
Τον τελευταίο τον σκουντάει όμως ο διπλανός του, ο Ιωάννου και του ψιθυρίζει: «Άστον να δούμε τι θα πει». Ο Μουράτης πήρε το λόγο και μίλησε όπως ήξερε κι από καρδιάς: «Άκου να σου πω κυρά μου, εμείς πάντα έτσι ξηγιόμαστε. Για την πατρίδα τα δίνουμε όλα».
Οι πάντες, μηδέ εξαιρουμένης της Φρειδερίκης, έπεσαν κάτω από τα γέλια.
Η ανταρσία και η ταινία
Μέχρι το φθινόπωρο του 1953 ο Μουράτης ήταν ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια του ελληνικού ποδόσφαιρου, η απόλυτη ενσάρκωση του λαϊκού ήρωα της Κυριακής. Αν και αρχικά αγωνιζόταν στην επίθεση, στον Ολυμπιακό διέπρεψε ως αριστερός μπακ. Στην ομάδα του Πειραιά έκανε το μεγάλο του όνομα και έμεινε μια δεκαετία.
Είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στα τρία πρωταθλήματα (1947, 1948, 1951) και τα τέσσερα Κύπελλα (1947, 1951, 1952, 1953) που είχε κατακτήσει ο Ολυμπιακός. Όμως υπήρξε κάποια στιγμή που η ΕΠΟ που τον τιμώρησε, για πολλούς άγρια και άδικα.
Όλα ξεκίνησαν, όταν η Εθνική Ελλάδας νίκησε με 1-0 το Ισραήλ την 1η Νοεμβρίου 1953 για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ελβετίας. Το βράδυ πριν τον αγώνα, οι 15 από τους 16 διεθνείς είχαν φύγει από το ξενοδοχείο τους στην Κηφισιά και είχαν κατέβει στα γραφεία της ΕΠΟ στο κέντρο της Αθήνας, για να διεκδικήσουν την αύξηση στα οδοιπορικά που τους είχαν τάξει οι διοικούντες.
Ο Μουράτης βγήκε μπροστάρης για να μιλήσει στους παράγοντες εκείνο το βράδυ στην Αθήνα. Οι παράγοντες της ΕΠΟ τον θεώρησαν υποκινητή της «ανταρσίας» και τον διέγραψαν από το μητρώο των ποδοσφαιριστών της χώρας, ενώ επέβαλαν ισόβιο αποκλεισμό από την Εθνική στους υπόλοιπους διεθνείς (πλην του Ηλία Ρωσσίδη, που δεν είχε πάρει μέρος στην κίνηση)! Ο Μουράτης δεν θεωρούνταν πια ποδοσφαιριστής και δεν μπορούσε να μεταγραφεί ούτε στην Μπεσίκτας, που τον Ιανουάριο του 1954 έκανε κίνηση για την απόκτησή του!
Η «ανταρσία» χρησιμοποιήθηκε παραλλαγμένη ως προς το κίνητρό της και στην πλοκή της ταινίας Οι Άσοι του Γηπέδου του Βασίλη Γεωργιάδη. Ο Μουράτης πρωταγωνιστεί υποδυόμενος… τον εαυτό του και ξεχωρίζει και για τις υποκριτικές του ικανότητες (αν και τη φωνή του έχει ντουμπλάρει ο γνωστός ηθοποιός, Παντελής Ζερβός). Το 1956, βέβαια, όταν βγήκε στις αίθουσες η ταινία, η πίεση της κοινής γνώμης είχε αναγκάσει ήδη την Ομοσπονδία να άρει τις ποινές των διεθνών.
Αυτό που μένει
Στα τέλη του 1954 ο Μουράτης απέκτησε ξανά δικαίωμα συμμετοχής και επέστρεψε στον Ολυμπιακό, όχι όμως και στην Εθνική. Αποχώρησε από την πειραιώτικη ομάδα ως πρωταθλητής το 1955 και έπαιξε για μερικά χρόνια στον Αργοναύτη, πριν πει το οριστικό αντίο το 1961. Ως παίκτης, πάντα.

Το 1971 βρέθηκε στον πάγκο του Ολυμπιακού, ως άμεσος συνεργάτης του Γιώργου Δαρίβα. Αργότερα εργάστηκε για πολλά χρόνια ως προπονητής στις παιδικές ομάδες των ακαδημιών της ομάδας.
Έφυγε στις 10 Δεκεμβρίου 2000 με ένα παράπονο ότι εκείνη την εποχή το γήπεδο του Ολυμπιακού ήταν γκρεμισμένο και δεν πρόλαβε να το δει με τη νέα μορφή που απέκτησε το 2004. Σε συνέντευξη που είχε δώσει στον δημοσιογράφο Σεραφείμ Ευαγγελίου, στο Φως των σπορ, λίγο καιρό προτού πεθάνει, είχε πει ότι πήγαινε στο «Καραϊσκάκη» πιο συχνά απ’ το σπίτι του. «Με πάνε προς τα κει τα πόδια μου, σαν το… μουλάρι που βάζει κάτω το κεφάλι και περπατάει».
Για την ιστορία, ο Ανδρέας Μουράτης πήρε σύνταξη ως εργάτης της ΔΕΗ. Και δεν έκανε μόνο αυτό. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιάννης Σολδάτος: «Το περιμέναμε από τότε που ο Ανδρέας Μουράτης, ο θρυλικός Μιζούρι, γύριζε όλη την εβδομάδα με έναν τενεκέ ασβέστη και άσπριζε μάντρες, για να θρέψει τα παιδιά του και την Κυριακή πήγαινε στο γήπεδο να παίξει σαν αρχηγός του Ολυμπιακού και της Εθνικής Ελλάδος. Οι φωτογραφίες τότε ήταν ασπρόμαυρες, όπως και τα όνειρα».

Σπύρος Δευτεραίος
















