Ο Μανουήλ Α’ Κομνηνός, γεννημένος στις 28 Νοεμβρίου του 1118 στην Κωνσταντινούπολη, ήρθε στον κόσμο ως ο τέταρτος και νεότερος γιος του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνού και της Αγίας Ειρήνης της Ουγγαρίας. Η μοίρα δεν φαινόταν εξαρχής να του υπόσχεται στέμμα. Με τρεις μεγαλύτερους αδελφούς πριν από αυτόν, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να προβλέψει πως αυτός ο νεαρός πρίγκιπας, με το ευγενικό βλέμμα και τον ζωηρό χαρακτήρα, θα έφτανε να κυβερνήσει μια από τις ισχυρότερες αυτοκρατορίες του 12ου αιώνα. Κι όμως, η Ιστορία συχνά φτιάχνει τα μονοπάτια της εκεί όπου κανείς δεν τα περιμένει.
Οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του πέθαναν πρόωρα, και ο τρίτος, ο Ισαάκιος, παρότι ζωντανός, θεωρήθηκε από τον Ιωάννη Β’ ακατάλληλος για αυτοκράτορας.
Έτσι, καθώς ο πατέρας του βρισκόταν στην Κιλικία σε στρατιωτική εκστρατεία, έλαβε την τελική απόφαση. Διάδοχος θα ήταν ο Μανουήλ, ο νεότερος γιος που είχε δείξει ανδρεία στις μάχες και πολιτική οξυδέρκεια. Όταν ο Ιωάννης Β΄ πέθανε το 1143, ο στρατός ανακήρυξε αυτοκράτορα τον Μανουήλ. Ήταν μόλις 25 ετών.

Η άνοδός του στο θρόνο δεν ήταν αναίμακτη – όχι λόγω μάχης, αλλά λόγω του φόβου και της πολιτικής ίντριγκας που πάντα συνόδευαν την Κωνσταντινούπολη.
Ο Μέγας Δομέστικος Ιωάννης Αξούχος, πιστός στον νέο αυτοκράτορα, συνέλαβε τον Ισαάκιο για να αποτρέψει ενδεχόμενη σφετεριστική κίνηση.
Όταν ο Μανουήλ έφτασε στη Βασιλεύουσα και στέφθηκε από τον Πατριάρχη, η πρώτη του πράξη ήταν μεγαλοπρεπής αλλά και συμβολική: χάρισε χρυσό στο λαό και άφησε ελεύθερο τον αδελφό του, δείχνοντας ότι στην αυτοκρατορία ξεκινούσε μια νέα περίοδος γενναιοδωρίας και ασφάλειας.
Ένας αυτοκράτορας με δύο πρόσωπα: Ο Έλληνας ανατολικά, ο Ρωμαίος δυτικά
Ο Μανουήλ Α΄ είχε μεγαλώσει σε μια Βυζαντινή Αυτοκρατορία που είχε αναγεννηθεί χάρη στον παππού του Αλέξιο Α’ και στον πατέρα του Ιωάννη Β’. Η Μακεδονική Ανατολή, τα Βαλκάνια και οι πόλεις των ακτών της Αδριατικής ήταν ξανά υπό βυζαντινή επιρροή.
Ο αυτοκράτορας είχε μπροστά του μια Ευρώπη και μια Ανατολή γεμάτες κινδύνους, αλλά και ευκαιρίες.
Ο ίδιος, μεγαλωμένος ανάμεσα σε Δυτικούς ιππότες, Βαράγγους φρουρούς και Έλληνες λόγιους, είχε αναπτύξει ένα χαρακτήρα με ανάμικτες επιρροές. Ήταν ο πρώτος Βυζαντινός αυτοκράτορας που μιλούσε άπταιστα τη γλώσσα των ιπποτών και απολάμβανε τις μάχες. Ταυτόχρονα, ήταν γνήσιος διάδοχος μιας χιλιόχρονης ρωμαϊκής παράδοσης.

Η μεγάλη του εμμονή έχει δύο λέξεις: αποκατάσταση ισχύος. Στα όνειρά του έβλεπε μια αυτοκρατορία που θα κρατούσε: τα Βαλκάνια πλήρως υποταγμένα, την Ιταλία να κοιτά ξανά προς την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία όχι απλώς ασφαλή, αλλά νικηφόρα προελαύνουσα, και τους Λατίνους των Αγίων Τόπων να ζητούν την προστασία του.
Η Β’ Σταυροφορία και ο αυτοκράτορας που θαύμαζε η Δύση
Η πρώτη μεγάλη πρόκληση ήρθε γρήγορα. Το 1147 ολόκληρη η δυτική Ευρώπη ξεσηκώθηκε για τη Β’ Σταυροφορία, μετά την πτώση της Έδεσσας στα χέρια των Δουλτουκιδών. Οι στρατοί του Κορράδου Γ’ της Γερμανίας και του Λουδοβίκου Ζ’ της Γαλλίας, δεκάδες χιλιάδες άντρες, πέρασαν από τα εδάφη του Μανουήλ Κομνηνού.
Και ήταν μια δύσκολη στιγμή. Τα στρατεύματα των σταυροφόρων ήταν απείθαρχα, λεηλατούσαν χωράφια, έκαιγαν χωριά, άνοιγαν συγκρούσεις με τους Βυζαντινούς.
Ο Μανουήλ δεν ήθελε πόλεμο μαζί τους, αλλά δεν θα επέτρεπε και τη διάλυση της τάξης. Οχυρώσεις χτίστηκαν στα σύνορα, οι Βενετοί επιστρατεύτηκαν, και ο στρατός του αυτοκράτορα στάθηκε έτοιμος να υπερασπιστεί την Πόλη.
Η ένταση κορυφώθηκε και έγινε σύγκρουση έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, όπου οι Βυζαντινοί νίκησαν κατά κράτος το στρατό του Κορράδου. Ο Μανουήλ έδειξε εκεί την πολιτική του ευφυΐα. Αντί να αφήσει την έχθρα να ριζώσει, συμφιλιώθηκε με τον Γερμανό βασιλιά και μάλιστα παντρεύτηκε τη συγγενή του, Βέρθα του Ζούλτσμπαχ.

Όσο για τη Σταυροφορία; Κατέληξε σε τραγική αποτυχία, όμως για τον Μανουήλ είχε συμβεί κάτι πιο σημαντικό. Η Δύση είχε γνωρίσει έναν αυτοκράτορα που ενέπνεε θαυμασμό.
Ταπείνωση και υποταγή στην Αντιόχεια – Η λάμψη της Ανατολής
Την ίδια περίοδο, ένα άλλο δράμα ξετυλιγόταν στην Αντιόχεια. Ο Ραϋνάλδος του Σατιγιόν, θρασύς και πολυπράγμων, αποφάσισε να επιτεθεί στην Κύπρο, λεηλατώντας το νησί τόσο άγρια ώστε ο ιστορικός Γουλιέλμος της Τύρου γράφει πως ακόμη και οι Φράγκοι ντρέπονταν γι’ αυτό.
Ο Μανουήλ δεν θα άφηνε τέτοια προσβολή αναπάντητη. Ένα τεράστιο στράτευμα κινήθηκε προς την Ανατολή. Η Κιλικία υποτάχθηκε, οι Αρμένιοι ηγεμόνες προσκύνησαν και ο Ραϋνάλδος, βλέποντας το τέλος να πλησιάζει, έφτασε ενώπιον του αυτοκράτορα με σακί στο λαιμό, ζητώντας έλεος.
Ο αυτοκράτορας τον άφησε να περιμένει, να «λιώσει» δημόσια στην ταπείνωση, και τελικά τον συγχώρησε – αλλά μόνο για να μετατρέψει την Αντιόχεια σε υποτελές του προτεκτοράτο.
Το 1159, όταν ο Μανουήλ μπήκε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ και ο πρίγκιπας της Αντιόχειας ακολουθούσαν πεζοί, πίσω από το άλογό του.
Ο μεγάλος πόθος: Η Ιταλία
Ο Μανουήλ ποτέ δεν έκρυψε τη φιλοδοξία του να επαναφέρει την Ιταλία στον βυζαντινό χάρτη. Οι Νορμανδοί όμως, δυνατοί και αδίστακτοι, είχαν φτιάξει στη Σικελία και τη Νότια Ιταλία ένα ανεξάρτητο βασίλειο.
Με συμμαχίες, με χρήματα, με στόλο, ο αυτοκράτορας επιχείρησε να διεισδύσει στην Απουλία. Για λίγο, φάνηκε πως ολόκληρη η περιοχή θα περνούσε στα χέρια του. Πόλεις όπως το Μπάρι και το Μπρίντιζι τον δέχτηκαν σαν απελευθερωτή. Μα η τύχη γύρισε.
Η μάχη του Μπρίντιζι το 1156 υπήρξε για τον Μανουήλ ό,τι ήταν για τον Ιουστινιανό η απώλεια της Ραβέννας: το τέλος ενός ονείρου.
Οι Βυζαντινοί υποχώρησαν, η Σικελία έκλεισε τις πύλες της και η Ιταλία χάθηκε για πάντα. Ωστόσο, ο Μανουήλ δεν έχασε την επιρροή του. Η Ανκόνα θα έμενε δική του και οι ιταλικές πόλεις της Λομβαρδίας τον θεωρούσαν προστάτη.

Στα Βαλκάνια, ο Μανουήλ προσπάθησε να ολοκληρώσει αυτό που είχε αρχίσει ο Βασίλειος Β’. Οι Σέρβοι ηττήθηκαν και υποτάχθηκαν. Η Ουγγαρία δέχθηκε σειρά επιδρομών μέχρι που ο διάδοχός της Μπέλα στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να εκπαιδευθεί σαν Έλληνας πρίγκιπας.
Ο Μανουήλ σχεδίαζε να τον παντρέψει με την κόρη του Μαρία και να ενώσει τις δύο χώρες σε μια τεράστια Βαλκανική-Ρωμαϊκή επικράτεια.
Αλλά η γέννηση του γιου του Αλέξιου άλλαξε τα πάντα. Ο Μπέλα επέστρεψε στην Ουγγαρία και έγινε βασιλιάς – και παρέμεινε για χρόνια πιστός σύμμαχος των Ρωμαίων.
Η Αίγυπτος ήταν ο μεγάλος στόχος των Σταυροφόρων. Ο βασιλιάς Αμωρί Α’ της Ιερουσαλήμ χρειάστηκε τη βοήθεια του Μανουήλ για να πραγματοποιήσει μια μεγάλη εκστρατεία. Ο αυτοκράτορας έστειλε τεράστιο στόλο, βαριές γαλέρες, ιππότες και χρυσό.
Για λίγο, όλα έδειχναν ότι η Αίγυπτος θα μοιραζόταν ανάμεσα στους δύο χριστιανούς μονάρχες: ο Μανουήλ θα κυβερνούσε τα παράλια, ο Αμωρί το εσωτερικό. Όμως ο χρόνος αποδείχθηκε εχθρός.
Πολιτικές καθυστερήσεις, ασθένειες, οι γρήγορες κινήσεις του Νουρεντίν και του νεαρού στρατηγού Σαλαντίν οδήγησαν τη συμμαχία στην αποτυχία. Η Αίγυπτος χάθηκε. Και με αυτήν χάθηκε και η τελευταία μεγάλη ευκαιρία του Μανουήλ να καταστεί κυρίαρχος της Ανατολής.

Το 1176, αποφάσισε να χτυπήσει την καρδιά των Σελτζούκων: το οχυρό Μυριοκέφαλον. Ήταν μια επίδειξη δύναμης αλλά και ρίσκου. Ο αυτοκράτορας πίστευε πως θα επαναλάμβανε τη δόξα του Βασιλείου Β’, όταν εκείνος διέλυσε τους Βούλγαρους. Αντί γι’ αυτό, ο βυζαντινός στρατός πιάστηκε μέσα σε στενά περάσματα και καταστράφηκε.
Η αυτοκρατορία δεν έχασε εδάφη, αλλά έχασε κάτι χειρότερο: την αυτοπεποίθησή της.
Ο Μανουήλ γέρασε απότομα μετά τη μάχη. Είχε ακόμη αρκετή ισχύ να διαπραγματευθεί ευνοϊκή ειρήνη, να σταθεροποιήσει τα σύνορα, να κυβερνήσει με σοφία – αλλά η ψυχή του είχε πληγωθεί.
Το τέλος μιας εποχής
Ο αυτοκράτορας πέθανε στις 24 Σεπτεμβρίου του 1180, στη Μονή του Σωτήρος Χριστού στην Πρίγκηπο.
Άφησε πίσω του έναν ανήλικο διάδοχο, τον Αλέξιο Β’, μια αυτοκρατορία ισχυρή μα ταυτόχρονα κουρασμένη και μια δυναστεία που δεν θα άντεχε πολύ μετά το θάνατό του.
Για τους σύγχρονους του ήταν ο «Μέγας Μανουήλ». Για τους Δυτικούς, «ο ευλογημένος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης».
Για τους ιστορικούς του σήμερα, μια προσωπικότητα γεμάτη αντιφάσεις: Φιλόδοξος, διορατικός, αλλά και υπερβολικά τολμηρός, ίσως και αλαζόνας. Το αδιαμφισβήτητο όμως είναι ότι ο Μανουήλ Α’ υπήρξε ο τελευταίος των μεγάλων αυτοκρατόρων της αναγέννησης των Κομνηνών. Μετά από αυτόν, η λάμψη άρχισε να σβήνει. Αλλά όσο έζησε, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έλαμψε ξανά.
















