Σήμερα τα Φώτα και ο φωτισμός· χαρά μεγάλη και αγιασμός.
Χερουβείμ, Χερουβείμ – Χαίρε, Χερουβείμ, χαίρε, Δέσποινα,
και στον Ιορδάνη τον ποταμό ήρθε να βαπτιστεί ο Κύριος.
Άγιος, Άγιος, Άγιος υπάρχεις και Κύριος.

Τα Θεοφάνια στα Κοτύωρα δεν ήταν απλώς μια μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας. Ήταν ημέρα φωτισμού, ίασης και κάθαρσης, όπως μαρτυρεί ο Ξενοφών Άκογλου στο εμβληματικό του έργο Λαογραφικά Κοτυώρων.
Όπως μας πληροφορεί, την παραμονή των Φώτων δεν υπήρχε τοπικό έθιμο καλαντισμού. Μόνο εργάτες εμπορικών καταστημάτων, προερχόμενοι από τη Νικόπολη και την Τραπεζούντα, περιέρχονταν τα παραλιακά σπίτια «ντυμένοι καρναβάλια» με τη συνοδεία λύρας, λέγοντας τα Φώτα στην τουρκική γλώσσα, πριν καταλήξουν στο χορό.
Στο κείμενό του περιγράφει το πρωινό της γιορτής ως «λαμπρό και κατανυκτικό», με μεγαλοπρέπεια.
Από τις τρεις εκκλησίες οι πιστοί κατέβαιναν στην παραλία ακολουθώντας τα εξαπτέργυγα, τους ψάλτες και όλους τους κληρικούς – «όλη η πόλη έπαιρνε όψη συναγερμού, επιβλητικού και στους Τούρκους και στους ξένους, γενικά».
Ιδιαίτερη σημασία είχε η κατάδυση του Σταυρού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Άκογλου, άνθρωποι που υπέφεραν από ψυχικές ή σωματικές ασθένειες πλενόταν ή λουζόταν στη θάλασσα πιστεύοντας στη θεραπευτική δύναμη των αγιασμένων υδάτων. Την πράξη αυτή την θεωρούσαν ικανή να αποδιώξει τη νόσο και να επαναφέρει την ψυχική ισορροπία.
Επίσης, δεν ήταν σπάνιο τους ασθενείς με ελονοσία να τους ρίχνουν επίτηδες στο νερό οι γύρω τους – παρόλο που φορούσαν τα γιορτινά τους, τα συχνά πανάκριβα–, ώστε να τρομάξουν και να γιατρευτούν, όπως πίστευαν.
Μέσα στο νερό πάλι, γινόταν «συμπλοκή άγρια» ανάμεσα στα κορμιά τα «γερά και κι αθλητικά», των σωστών «θαλασσόλυκων» για το ποιος θα πιάσει το σταυρό – μάλιστα, υπήρχε και κοινό στις στολισμένες βάρκες. Σε αυτή τη μάχη («στο σύμπλεγμα εκείνο των μπράτσων από διάφορους ζωηρούς που πήγαιναν να τους χωρίσουν» κατά τον Άκογλου»), συμμετείχαν και… κουπιά, ενώ ο ίδιος κάνει αναφορά για μαχαίρια μέσα στα «μαγιό» που φορούσαν οι βουτηχτές.
Όσο γίνονταν αυτά στη θάλασσα, στη στεριά οι ιερείς άφηναν περιστέρια και οι πιστοί έριχναν αυτοσχέδιες ρουκέτες.
Ο αγιασμός είχε κεντρική θέση στη λαϊκή πίστη. Φυλασσόταν στο εικονοστάσι όλο τον χρόνο ως ιαματικός και αποτρεπτικός, ενώ χρησιμοποιούνταν ακόμη και σε περιπτώσεις ετοιμοθάνατων, όταν δεν μπορούσε να φτάσει εγκαίρως ο ιερέας. Αντίθετα, ο αγιασμός της παραμονής των Φώτων δεν επιτρεπόταν να φυλαχτεί· μόνο να πιούν λίγο οι πιστοί και οι πιστές.
Όσον αφορά το σταυρό, πολλοί πιστοί προτιμούσαν να τον ασπαστούν όσο βρισκόταν στα χέρια του άνδρα που τον έβγαλε από το νερό – «νικητής» θεωρούνταν αυτός που θα φιλούσε το χέρι του ιερέα. Αυτός θα λάμβανε και δώρο, συνήθως μια χρυσή λίρα. Κανένα ποσό όμως δεν μπορούσε να επισκιάσει το πραγματικό έπαθλο, που ήταν η φήμη.
«Ο τυχερός της ημέρας αποκτούσε κυριολεκτικά τη φήμη ήρωα σωστού. Ούτε Ολυμπιονίκης να ήταν. Και η φήμη του κρατούσε ένα έτος, ώσπου να την επισκιάσει άλλος. Το βράδυ με την παρέα του έπρεπε να καταλήξουν σε καπηλειό, όπου τα κοπανούσαν κι έφεραναν γύρα έπειτα τη συνοικία, τραγουδώντας και διασκεδάζοντας» γράφει ο Άκογλου.
Είναι η ίδια συνοικία, αυτή και οι υπόλοιπες των Κοτυώρων, από τις οποίες ώρες νωρίτερα είχαν περάσει οι επίτροποι της εκκλησίας. Ψάλλοντας το «Εν Ιορδάνη» ή το «Επεφάνη σήμερον» πήγαιναν το σταυρό από σπίτι σε σπίτι, για προσκύνηση. Όσα χρήματα μάζευαν προορίζονταν για το Κοινοτικό Ταμείο.

Για τους κατοίκους των Κοτυώρων, τα Φώτα σήμαιναν και το οριστικό τέλος των κακών πνευμάτων: μάγισσες και δαιμονικές παρουσίες πίστευαν ότι εξαφανίζονταν με τον αγιασμό των νερών. Ήταν η ημέρα που ο κόσμος καθαριζόταν ξανά.
Η μαρτυρία του Ξενοφώντα Άκογλου δεν καταγράφει απλώς έθιμα· φωτίζει έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, όπου η πίστη, η φύση και η κοινότητα συναντιούνται στα ύδατα.
















