Την έλεγαν κουσκουβάρα, κουσκουτούρα, κουσκουτζούρα, κουτζκουτζούρα, κουσκουκούρα ή χουσκουκούρα.
Η λέξη προέρχεται από το τουρκικό kuş korku, που θα πει «σκιάχτρο για τα πουλιά». Σύμφωνα με το έθιμο, όταν τους θερινούς μήνες τους βασάνιζε η ξηρασία, οι Πόντιοι επιχειρούσαν με την… ομοιοπαθητική μαγεία να προκαλέσουν τη βροχή. Έτσι έπαιρναν δυο κοριτσάκια, τα έντυναν με κουρελιασμένα ρούχα και τα περιέφεραν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το δίστιχο:
– Κουσκουβάρα νε ιστέρ;
– Αλλαχτάν γιαμούρ ιστέρ!
[–Τι θέλει η κουσκουβάρα; –Θέλει βροχή από τον Θεό!]
Σε κάθε σπίτι η νοικοκυρά έριχνε πάνω στα κοριτσάκια συμβολικά λίγο νερό, ενώ παράλληλα τα φιλοδωρούσε με αυγά ή και χρήματα.
Άλλες φορές έφτιαχναν μια κούκλα (σκιάχτρο) από πανιά, κουρέλια και παλιά ρούχα, την οποία περιέφεραν τα παιδιά από σπίτι σε σπίτι.




![Απρίλιος. Μικρογραφία του μήνα από το χειρόγραφο Τυπικό της Μονής του Αγίου Ευγενίου Τραπεζούντας [1346]. Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρύσανθου, «Η Εκκλησία Τραπεζούντος». Από το Αρχείον Πόντου, του 1933 (πηγή: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών)](https://www.pontosnews.gr/wp-content/uploads/2026/03/aprilios-cvr-360x180.jpg)











