Στις 3 Σεπτεμβρίου 1945 ο Φώτης Μουρατίδης ήρθε στη ζωή, στο Σοχούμι της Αμπχαζίας. Στις 3 Σεπτεμβρίου 2026, την ημέρα που συμπλήρωσε τα 81 του χρόνια, άφησε την τελευταία του πνοή.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο ίδιες ημερομηνίες χώρεσαν η εξορία στο Καζακστάν πριν ακόμη κλείσει τα τέσσερα, το παιδικό όνειρο να πετάξει, η υπηρεσία στη ναυτική αεροπορία, μια μακρά σταδιοδρομία στη ναυτιλία και αμέτρητες ώρες μέσα στα ρωσικά αρχεία.
Εκεί αναζητούσε, ένα προς ένα, τα ονόματα των Ελλήνων που είχαν υπηρετήσει στον ρωσικό στόλο και εκείνων που είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους στην ιστορία της Αγίας Πετρούπολης.
«Κάθε όνομα που βρίσκω στα αρχεία με κάνει ευτυχισμένο», έλεγε. Για τον Φώτη Μουρατίδη η ιστορική έρευνα δεν ήταν απλώς πνευματική απασχόληση. Ήταν τρόπος να επιστρέφει στην ελληνική συλλογική μνήμη ανθρώπους που κινδύνευαν να χαθούν για δεύτερη φορά.
Από το Σοχούμι στις στέπες του Καζακστάν
Ο Φώτης Ιβάνοβιτς Μουρατίδης γεννήθηκε στο Σοχούμι, στις ακτές του Εύξεινου Πόντου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνικές κοινότητες της Σοβιετικής Ένωσης βρίσκονταν αντιμέτωπες με διώξεις, καχυποψία και βίαιους εκτοπισμούς.
Τον Ιούνιο του 1949 ο πατέρας του, Ιβάν Φιλίπποβιτς Μουρατίδης, εκδιώχθηκε μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες. Η οικογένεια ξεριζώθηκε και οδηγήθηκε στον οικισμό Ίλιτς, στην περιοχή Παχτά-Αράλ του Καζακστάν. Ο Φώτης δεν είχε συμπληρώσει ακόμη τα τέσσερα χρόνια του.
Η εξορία σημάδεψε την παιδική και εφηβική του ηλικία, χωρίς να μετατραπεί σε πικρία. Αργότερα θυμόταν το Ίλιτς ως έναν τόπο όπου είχαν βρεθεί εξόριστοι διαφορετικών εθνοτήτων, άνθρωποι που ζούσαν κάτω από τις ίδιες σκληρές συνθήκες και στηρίζονταν ο ένας στον άλλον.
Μιλούσε με βαθιά ευγνωμοσύνη για τους δασκάλους του – πολλοί από τους οποίους ήταν επίσης εκτοπισμένοι μορφωμένοι άνθρωποι. Από αυτούς, όπως έλεγε, διδάχθηκε ότι η γνώση, η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά μπορούσαν να επιβιώσουν ακόμη και μέσα στην καταπίεση.
Η 3η Σεπτεμβρίου είχε αποκτήσει για εκείνον ακόμη μία οδυνηρή σημασία: την ίδια ημέρα, το 1991, είχε πεθάνει και ο πατέρας του.
Το παιδικό όνειρο να πετάξει
Από μικρός ο Φώτης Μουρατίδης ήθελε να γίνει αεροπόρος. Ασχολήθηκε με τον αερομοντελισμό, τον αθλητισμό και την πυγμαχία και, μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο το 1963, εισήχθη στην Ανώτερη Σχολή Αεροπορίας του Κριβί Ριχ.
Το 1967 άρχισε να υπηρετεί στη ναυτική αεροπορία, στη Σεβαστούπολη. Πήρε μέρος σε αποστολές στη Μεσόγειο, ενώ το 1969 αναδείχθηκε πρωταθλητής των σοβιετικών αεροπορικών δυνάμεων στην πυγμαχία.
Για τον ίδιο ο αθλητισμός δεν ήταν μόνο διάκριση, αλλά ένα μάθημα συμπεριφοράς, πειθαρχίας και προστασίας των πιο αδύναμων. Η στρατιωτική και ναυτική εμπειρία του θα γινόταν αργότερα το νήμα που θα τον οδηγούσε στη μεγάλη ιστορική έρευνα της ζωής του.

Από το 1970 εγκαταστάθηκε στο Λένινγκραντ, τη σημερινή Αγία Πετρούπολη. Απέκτησε δεύτερο πτυχίο ως μηχανικός-οικονομολόγος και από το 1989 εργάστηκε στη Γενική Διεύθυνση του Ρωσικού Νηογνώμονα, όπου διετέλεσε προϊστάμενος τμήματος.
Τιμήθηκε ως επίτιμος εργαζόμενος του Ρωσικού Νηογνώμονα και του Εμπορικού Στόλου και αναγνωρίστηκε ως βετεράνος της ναυτικής αεροπορίας.
Τα ελληνικά ονόματα που περίμεναν στα αρχεία
Η επαγγελματική σχέση του με τη θάλασσα τον έφερε μπροστά σε επώνυμα αξιωματικών και στελεχών του ρωσικού στόλου τα οποία πρόδιδαν ελληνική καταγωγή. Η αρχική περιέργεια εξελίχθηκε σταδιακά σε αποστολή ζωής.
Ο Φώτης Μουρατίδης στράφηκε στο Ρωσικό Κρατικό Αρχείο του Πολεμικού Ναυτικού και άρχισε να αναζητά τεκμήρια για τους Έλληνες που είχαν υπηρετήσει τη Ρωσία, από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου έως τη σοβιετική περίοδο.
Το 2007 κυκλοφόρησε το βιογραφικό του έργο Έλληνες – ναύαρχοι και στρατηγοί του Πολεμικού Ναυτικού της Ρωσίας, υπό την αιγίδα της Ομοσπονδιακής Αρχειακής Υπηρεσίας και του Ρωσικού Κρατικού Αρχείου του Πολεμικού Ναυτικού. Μια εμπλουτισμένη δεύτερη έκδοση ακολούθησε το 2015.

Στην έρευνά του καταγράφηκαν τελικά 101 Έλληνες ανώτατοι αξιωματικοί που υπηρέτησαν στον ρωσικό στόλο. Ανάμεσά τους προσωπικότητες όπως ο Λάμπρος Κατσώνης, ο Ιωάννης Βαρβάκης, ο Αλέξανδρος και ο Δημήτριος Υψηλάντης, αλλά και ο ελληνικής καταγωγής τελευταίος διοικητής του σοβιετικού Στόλου της Μαύρης Θάλασσας, ναύαρχος Μιχαήλ Χρονόπουλο.
Όμως, δεν αρκέστηκε στα ήδη γνωστά πρόσωπα. Αναζητούσε και εκείνους που είχαν μείνει στη σκιά: αξιωματικούς, μεταφραστές, υδρογράφους, εκπαιδευτές και διοικητές ναυτικών σχολών, των οποίων η ελληνική καταγωγή είχε ξεχαστεί ή δεν είχε τεκμηριωθεί επαρκώς.
Για κάθε όνομα ζητούσε αρχειακή επιβεβαίωση. Αυτή ήταν η βασική αρχή της δουλειάς του.
Οι Έλληνες που έχτισαν την Αγία Πετρούπολη
Από τον ρωσικό στόλο, η έρευνα επεκτάθηκε στην ίδια την Αγία Πετρούπολη. Το 2018 εξέδωσε το περίπου 400 σελίδων έργο Οι Έλληνες της Αγίας Πετρούπολης, το οποίο εξελίχθηκε σε σειρά τριών βιβλίων, με τον τρίτο τόμο να κυκλοφορεί το 2024.
Στις σελίδες τους κατέγραψε στρατιωτικούς και ναυτικούς, εμπόρους, βιομηχάνους, ευεργέτες, επιστήμονες, γιατρούς, αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες και μουσικούς ελληνικής καταγωγής.
Η πρόθεσή του ήταν να δείξει ότι οι Έλληνες δεν υπήρξαν απλώς… περαστικοί από τη ρωσική αυτοκρατορική πρωτεύουσα. Συμμετείχαν στην οικοδόμησή της, υπηρέτησαν στο στρατό και στο ναυτικό, ασχολήθηκαν με το εμπόριο, την πολιτική και τον πολιτισμό, αλλά συχνά παρέμειναν στη σκιά της επίσημης ιστορίας.
Μέσα από τα βιβλία του προσπάθησε να αποκαταστήσει αυτήν την ιστορική αδικία και να παραδώσει τα ονόματα στις επόμενες γενιές των Ελλήνων της Ρωσίας.
Η αναγνώριση και η παρακαταθήκη
Το 2021 ο Φώτης Μουρατίδης τιμήθηκε στη Μόσχα με το πανρωσικό βραβείο «Υπερηφάνεια του Έθνους», για την προσωπική συμβολή του στην εθνοπολιτισμική ανάπτυξη και την ενίσχυση της ενότητας των λαών της Ρωσίας. Για τη συγκεκριμένη διοργάνωση είχαν υποβληθεί 912 υποψηφιότητες.
Η Ομοσπονδιακή Εθνικοπολιτιστική Αυτονομία των Ελλήνων της Ρωσίας σε ανακοίνωσή της κάνει λόγο για έναν «φωτισμένο πατριώτη» που έγραψε με το έργο του το όνομά του στην ιστορία του ελληνισμού της Ρωσίας.
Ο αποχαιρετισμός στον Φώτη Μουρατίδη θα γίνει την Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου, στις 13:00, στην Αγία Πετρούπολη.

















