Το χοσάφ’ από τα Κοτύωρα κέρδισε πριν από λίγες εβδομάδες το κοινό στο Θρυλόριο, αποσπώντας το πρώτο βραβείο στο 9ο Έτος Ποντιακής Γαστρονομίας.
Το πραγματικό στοίχημα όμως, δεν είναι να βραβευτεί μία συνταγή. Είναι να υπάρχει κάποιος που θα συνεχίσει να τη μαγειρεύει όταν οι γιαγιάδες και οι μητέρες που διέσωσαν τη γαστρονομική μνήμη του Πόντου δεν θα είναι πια εδώ.
Αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο ανέδειξε η πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Ποντίων Θρυλορίου «Η Κερασούντα και το Καρς» Χρύσα Μαυρίδου, κατά την παρουσία της στο 2ο Φεστιβάλ Ποντιακής Γαστρονομίας, το οποίο πραγματοποιήθηκε το περασμένο Σάββατο στην Ακρινή Κοζάνης.
Από το Θρυλόριο στην Ακρινή
Στην κεντρική πλατεία της Ακρινής συναντήθηκαν σύλλογοι από διαφορετικές περιοχές, έχοντας έναν κοινό σκοπό: να παρουσιάσουν αυθεντικές ποντιακές γεύσεις, να διασώσουν παραδοσιακές συνταγές και να τις μεταδώσουν στις νεότερες γενιές.
Το Φεστιβάλ της Ακρινής, το οποίο διοργάνωσε ο τοπικός Σύλλογος Ποντίων, βρίσκεται ακόμη στα πρώτα του βήματα. Ακολουθεί, ωστόσο, μια διαδρομή την οποία άνοιξε πριν από εννέα χρόνια το Θρυλόριο Ροδόπης.
Εκεί, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Παρακάθ’ κι αροθυμίας», ο Διαγωνισμός Ποντιακής Γαστρονομίας εξελίχθηκε σταδιακά σε θεσμό με συμμετοχές από όλη την Ελλάδα. Η ένατη διοργάνωσή του, τον Ιούλιο του 2026, ανέδειξε νικητή το χοσάφ’ από τα Κοτύωρα, που παρουσίασε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λευκόπετρας Ξάνθης «Οι Σταυραετοί του Πόντου».
Η διαδρομή από το Θρυλόριο στην Ακρινή δεν είναι μόνο γεωγραφική. Συνδέει δύο προσφυγικούς οικισμούς που γεννήθηκαν από τον ξεριζωμό και επιχειρούν σήμερα να μετατρέψουν τη μνήμη σε δημιουργία.
Η κουζίνα ως μνήμη και ταυτότητα
Η ιδέα που γεννήθηκε στο Θρυλόριο ήταν να αποκτήσει η ποντιακή γαστρονομία τη θέση που της αναλογεί δίπλα στη μουσική, τον χορό, τη φορεσιά και τα έθιμα.
Γιατί η ποντιακή κουζίνα δεν είναι απλώς ένας κατάλογος παλιών εδεσμάτων. Κάθε πιάτο συνδέεται με συγκεκριμένους τόπους, εποχές, γεωργικές εργασίες, οικογενειακές στιγμές και κοινωνικές συνήθειες.
Στο τραπέζι περνούσαν η φιλοξενία, η φροντίδα, η αγάπη και ο σεβασμός. Μαζί με τα υλικά και τις τεχνικές μεταδιδόταν ένας ολόκληρος τρόπος ζωής.
Αυτή η γνώση όμως, δεν καταγράφηκε πάντοτε σε βιβλία. Πέρασε από γενιά σε γενιά μέσα στην κουζίνα, με το μάτι, το χέρι και τη μνήμη. Οι γυναίκες της δεύτερης προσφυγικής γενιάς, οι γιαγιάδες και οι μητέρες που έμαθαν τις συνταγές από τους πρώτους πρόσφυγες, αποτελούν ακόμη τους σημαντικότερους φυσικούς φορείς της.
Καθώς οι γυναίκες αυτές φεύγουν, μαζί τους κινδυνεύουν να χαθούν ονομασίες, αναλογίες, τεχνικές και μικρά μυστικά που δεν αποτυπώθηκαν ποτέ στο χαρτί.
Όπως υπογράμμισε η Χρύσα Μαυρίδου στην Ακρινή, «κάθε συνταγή που διασώζεται είναι μια μικρή νίκη απέναντι στη λήθη».
Το επόμενο βήμα μετά τα φεστιβάλ
Το Θρυλόριο απέδειξε ότι μια μικρή ακριτική κοινότητα μπορεί να εμπνεύσει συλλόγους και Ποντίους από ολόκληρη την Ελλάδα. Η Ακρινή προσθέτει τώρα έναν ακόμη κρίκο σε αυτήν την αλυσίδα συνεργασίας.
Η πρόκληση ωστόσο, είναι η ποντιακή γαστρονομία να μην περιοριστεί στις επετειακές εκδηλώσεις και στα περίπτερα των συλλόγων.
Για να παραμείνει πραγματικά ζωντανή, χρειάζεται να επιστρέψει στο καθημερινό οικογενειακό τραπέζι. Να περάσει στους νεότερους, να μελετηθεί από σύγχρονους μάγειρες, να εμπνεύσει επαγγελματίες σεφ και να βρει θέση στα εστιατόρια και στον ευρύτερο χάρτη της ελληνικής γαστρονομίας.

















