Με αιχμηρό λόγο και σαφείς πολιτικές αναφορές, ο Όμιλος Πολιτικού Προβληματισμού «Μιχάλης Χαραλαμπίδης» επαναφέρει στο δημόσιο διάλογο το ζήτημα της ουσιαστικής αναγνώρισης της 19ης Μαΐου, υποστηρίζοντας πως η ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου δεν μπορεί να περιορίζεται σε επετειακές εκδηλώσεις και τυπικές αναφορές.
Στο εκτενές κείμενό του, ο Όμιλος ασκεί κριτική στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται διαχρονικά η επέτειος, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «μια μνήμη που αντί να γίνεται πολιτική δύναμη, καταντά τελετουργικό χωρίς περιεχόμενο». Παράλληλα, θέτει το ερώτημα αν η ελληνική κοινωνία επιθυμεί μια επέτειο με ουσιαστικό πολιτικό και ιστορικό περιεχόμενο ή ακόμη μια συμβολική διαδικασία χωρίς στρατηγική στόχευση.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διεθνοποίηση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, την οποία ο Όμιλος θεωρεί αναγκαία προϋπόθεση όχι μόνο για την ιστορική δικαίωση, αλλά και για τον εκδημοκρατισμό της ίδιας της Τουρκίας. Όπως επισημαίνεται, «δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς ιστορική αλήθεια. Δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη χωρίς αναγνώριση των εγκλημάτων».
Το κείμενο κάνει επίσης εκτενή αναφορά στο παράδειγμα της Αρμενίας, παρουσιάζοντάς το ως μοντέλο εθνικής στρατηγικής και διεθνούς διεκδίκησης. Σύμφωνα με τον Όμιλο, η Αρμενία κατάφερε να μετατρέψει τη μνήμη της Γενοκτονίας σε παγκόσμιο ζήτημα πολιτικής και ιστορικής αναγνώρισης, μέσα από οργανωμένες δομές, θεσμούς και διεθνή παρουσία.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η 19η Μαΐου να καθιερωθεί ως επίσημη, μη εργάσιμη εθνική αργία, με καθολική συμμετοχή της κοινωνίας και των θεσμών στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται:
«Η 19η Μαΐου πρέπει να γίνει επίσημη εθνική αργία, στον δρόμο που χάραξε η Αρμενία. Πρέπει να θεσμοθετηθεί ως επίσημη, μη εργάσιμη ημέρα. Όλες οι δημόσιες υπηρεσίες, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, οι τράπεζες και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις να παραμένουν κλειστές».
Ο Όμιλος καταλήγει υπογραμμίζοντας ότι η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο ως στοιχείο συγκίνησης, αλλά οφείλει να μετατραπεί σε εργαλείο ιστορικής συνείδησης, διεθνούς διεκδίκησης και πολιτικής ευθύνης. «Η μνήμη χωρίς διεκδίκηση γίνεται μουσειακό αντικείμενο», σημειώνεται χαρακτηριστικά στο κείμενο.
















