Ο Κλεάνθης Δεληγιαννίδης γεννήθηκε στον οικισμό Τερετζίκ (Ντερετζίκ, Γερετσούχ, τουρκ. derecik: ποταμάκι), ο οποίος ήταν κτισμένος σε πλαγιά πρόβουνου του Κοτζά νταγ και βρισκόταν 13 χλμ δυτικά της Σαμψούντας και 5 χλμ βορειοανατολικά του Σογκούτ. Εκκλησιαστικά ο οικισμός υπαγόταν στη μητρόπολη Αμασείας και οι Έλληνες κάτοικοί του, γύρω στα 390 άτομα, προέρχονταν κυρίως από την περιοχή της Αργυρούπολης και μιλούσαν ποντιακά. Συντηρούσαν εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο και δημοτικό σχολείο.
Η κύρια παραγωγή του οικισμού ήταν τα καπνά, τα οποία διέθεταν οι κάτοικοι στην περιοχή της Σαμψούντας. Για τις βασικές τους προμήθειες, ωστόσο, κατέφευγαν συχνά στην αγορά του γειτονικού Καδίκιοϊ.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Στα 1914-1915 με πήρανε στρατιώτη. Κάναμε γυμνάσια ένα μήνα στη Σαμψούντα. Φύγαμε το 25ο και 26ο Σύνταγμα για το Ερζερούμ, στο μέτωπο. Δυόμιση μήνες περπατήσαμε για να φτάσουμε. Όταν φτάσαμε, πολεμήσαμε δεκαέξι μήνες, λαβώθηκα κι ήρθα στο νοσοκομείο της Καισάρειας, στο Ζιντζίdερε. Κάθισα έξι μήνες. Είχαμε δικό μας γιατρό, Έλληνα, απ’ το Τσινίκ της Σαμψούντας, Αριστείδη τον λέγανε.
Θεραπεύτηκα και πήγα ξανά στο σύνταγμά μου στο Ερζερούμ. Μπήκαμε στη γραμμή του Σαρίκαμις. Από κει δεκαεφτά Έλληνες, με επικεφαλής Έλληνα λοχία απ’ τη Σαμψούντα, δραπετεύσαμε.
Πέντε λεπτά δρόμο τον κάναμε τέσσερις ώρες, γιατί είχε χιόνι ως το στήθος. Κουβαλούσαμε και τον οπλισμό μας. Παραδοθήκαμε στο φυλάκιο του Σαρίκαμις, στους Ρώσους. Μας πήγαν στον Διοικητή. Μας εξέτασε. Πιστοποίησε ότι είμαστε Έλληνες γνήσιοι. Μας άφησε ελεύθερους.
Πήγαμε στο Μπακού, αντί για το Μπατούμ! Δεν ξέραμε και κάναμε λάθος, τα μπερδέψαμε. Απ’ το Μπακού ήρθαμε σιδηροδρομικώς στο Μπατούμ. Ως να ‘ρθούμε έγινε επανάσταση και ανέλαβε ο Κερένσκυ. Έξι μήνες μείναμε. Πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας ήταν ο Ιωάννης Ιωαννίδης. Τεθήκαμε υπό την προστασία του. Μετά το 1918 πήραμε ειδήσεις ότι η πατρίδα μας κατέχεται απ’ τους Άγγλους και γυρίσαμε στη Σαμψούντα.
Καθίσαμε ένα χρόνο και πάλι γινήκαμε στρατιώτες. Πλήρωσα εξακόσιες λίρες και απαλλάχτηκα. Μετά πέντε μέρες, προτού πάρω την απαλλαγή, σήκωσαν το χωριό μας. Τους έδιωξαν, όπου θέλουν να πάνε.
Εγώ κατέβασα την οικογένειά μου στη Σαμψούντα. Ο πατέρας μου έφυγε στο Αττά (Αdά). Πούλησα τα μισά καπνά και τα άλλα μισά τα έριξα στην αποθήκη. Σε λίγο άρχισαν οι διωγμοί στη Σαμψούντα. Βρήκα κάποιον φίλο μου χωροφύλακα και μας έβγαλε απ’ το Κατίκιοϊ, όπου ήταν ο Τοπάλ Οσμάν με τους αντάρτες του, οι οποίοι μας ζήτησαν απ’ τον χωροφύλακα για να μας σφάξουν. Αλλά δεν μας παρέδωσε αυτός. Από μικρά παιδιά μαζί ήμαστε.
Πήγαμε σε μια βρύση, στο μαχαλά Πεϊφάν του Κατίκιοϊ. Εκεί μας άφησε ο χωροφύλακας και εξαφανίστηκε. Εμείς πήραμε το δρόμο για το Αdά, όπου ήταν ο πατέρας μου. Προχωρήσαμε κοντά σ’ ένα καρακόλ. Προτού να φτάσουμε είδαμε ότι γινόταν αντάρτικος πόλεμος με ταχτικό στρατό και φέρνανε λαβωμένους πάνω σε αραμπάδες. Μόλις μας είδαν σταμάτησαν οι οπλισμένοι συνοδοί, μας μάζεψαν σ’ ένα μέρος. Ήμαστε τρεις-τέσσερις άντρες. Μας ρώτησαν τι είμαστε.
Άρχισαν να μας ψάχνουν και να μας γυμνώνουν. Πήρανε όλα όσα είχαμε.
Ψάχνοντας τους άλλους, εγώ δραπέτευσα. Ήταν ποτάμι δίπλα. Πήδησα από ψηλά. Ρίξανε τουφεκιές από πίσω μου. Χώθηκα στα πλατάνια και γλίτωσα. Είχα τεσσεράμισι χιλιάδες χρυσές λίρες μαζί μου.
Προχώρησα κάτω απ’ το τούρκικο χωριό Κοϊμάτ. Αντάμωσα κάποιον υπομοίραρχο, τζανταρμά κομαντάν, ξαπλωμένο στον ίσκιο. Διάβαζε εφημερίδα. Τον παρακάλεσα και του είπα τι πάθαμε. Έβαλε τρεις χωροφύλακες έφιππους και πήγαν πήραν απ’ τους στρατιώτες τα κλεψιμέικα και τα φέρανε πίσω.
Πήγαμε στο Αdά. Προτού φτάσουμε, σ’ ένα ρέμα δασωμένο κοντά στο χωριό Σαρισίχ, τούρκικο χωριό, καθίσαμε να ξεκουραστούμε. Το ρέμα το λέγανε Άλdεdε. Έξαφνα ακούμε μουρμούρες. Συζητούσαν για την περικύκλωση του Αdά για να το κάψουν. Ανεβήκαμε στο χωριό. Μόλις μας είδαν οι χωροφύλακες νέους, ήρθαν και μας εξέτασαν, από πού ήρθαμε, απ’ το βουνό ή απ’ το στρατό. Του έδειξα το μπετέλ κιλτί1 και μ’ άφησαν. […]
Ξημέρωσε και βράδιασε. Μαζί με τη γυναίκα μου, νύχτα, ανέβηκα στο χωριό Αχτουγάν. Μόλις άκουσε ο καπετάν Παναγιώτης, Κουρτ-αγάς, ότι ήρθα στο Αχτουγάν, με κάλεσε στο στρατηγείο. Παρουσιάστηκα.
Βλέπω τέσσερα καζάνια κρέας στη φωτιά να ψήνεται, κάτω από μια σεϊουτιά,2 που έπιανε σαράντα-πενήντα στρέμματα έκταση. Βράζανε τα κρέατα. Απόρησα. Πλησίασα στον Κουρτ-αγά και μου λέει: «Γαμπρέ, θα σε δώσω όπλο!». Δίσταζα. Κατάλαβα όμως το σκοπό και ανέλαβα το όπλο.
Με κάλεσε στην Αdά ο πατέρας μου. Δεν πήγα. Έρχεται η γυναίκα μου με βρίσκει. Στέλνει ο πατέρας μου τον κουνιάδο μου να πάρει τη γυναίκα μου και μένα, εγώ πάλι δεν πηγαίνω. Η γυναίκα μου γύρισε με τον κουνιάδο μου στην Adά. Εκείνη τη βραδιά περικύκλωσε την Adά ο τουρκικός στρατός. Τα ξημερώματα μάζεψαν τον κόσμο σε τρία σπίτια. Όλο το χωριό ήταν δύο χιλιάδες ψυχές. Όλοι σκοτώθηκαν. Μόνο η γυναίκα μου γλίτωσε. Πρωτοφανές! Κρύφτηκε σε ένα ρέμα και γλίτωσε.
Μερικοί που έφευγαν μέσα στο τσάι3 τους σκότωσαν. Από ένα σπίτι έπαιρναν τους ζωντανούς, με ξιφολόγχη τους σκότωναν, με σχοινί τους έσερναν στο άλλο σπίτι και εκεί μέσα τους έκαιγαν.
Έκαψαν όλο το χωριό. Εμείς απ’ το Αχτουγάν μόλις είδαμε τον καπνό καταπράσινο, καταλάβαμε ότι τους κάψανε ζωντανούς. Μετά κάμποσες μέρες σχηματίζουμε μια γνώμη πώς να κάνουμε αντίποινα. Πήγαμε στο Σαρισούγ, τουρκικό χωριό. Πήραμε ζώα, τροφές και πήγαμε στο Νεπιόν. Το Νεπιόν είναι ένα δασώδες βουνό, σαν κάστρο μοιάζει. Είναι περιορισμένο γύρω-γύρω από δάση και δύσβατα μέρη. Μόνο τέσσερις δρόμοι σε σχήμα σταυρού υπήρχαν. Εκεί μέσα μαζευτήκαμε χιλιάδες ψυχές και οχυρωθήκαμε. Κάναμε παράγκες και καθίσαμε. Δυο χρόνια μείναμε εκεί, απ’ το 1920 ως τα 1922. Κάναμε αρπαγές, επιδρομές στα τούρκικα χωριά και ζήσαμε. Εκεί ήταν το μόνιμο στρατηγείο. Εκεί ήταν ο Καρά Τημήτ και ο Καρά Σιγκούρ.
Από το Νεπιόν έγινε η ανακωχή με τους Τούρκους και ρίξαμε τα όπλα. Από κει κατεβήκαμε στη Σαμψούντα οικογενειακώς και ήρθαμε με την Ανταλλαγή στα 1924, Χριστούγεννα. Όλο τελευταία εγώ ήρθα με τη γυναίκα μου και μερικές οικογένειες. Ήρθα στο Βόλο και μετά στη Δράμα.
















