Ο Θανάσης Βέγγος, ο λαϊκός ήρωας που απέδωσε με τη μεγαλύτερη ευκρίνεια τον Έλληνα «πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη», τον γκαφατζή, τον άνθρωπο για όλες τις δουλειές, που εξέπεμπε την καλοσύνη, ένα κράμα των κορυφαίων κωμικών παγκοσμίως, έχει μείνει ως «ο άνθρωπος που έτρεχε πολύ».
Το σωστό θα ήταν «ο άνθρωπος που πάντα έτρεχε». Κι αυτό γιατί έτρεχε, αρχικά, για να ξεφύγει από τις διώξεις, το σκληρό κράτος της μετεμφυλιακής Ελλάδας, τη Μακρόνησο, στη συνέχεια για το μεροκάματο και να ξεφύγει από τη φτώχεια.
Γεννημένος στις 29 Μαΐου 1927 στον Πειραιά, ο Βέγγος έζησε από νωρίς τις δυσκολίες μιας ταραγμένης εποχής. Η εξορία του στη Μακρόνησο σημάδεψε καθοριστικά τη ζωή του, διαμορφώνοντας έναν άνθρωπο λιτό, ανθεκτικό και βαθιά ανθρώπινο. Αυτές οι εμπειρίες δεν έμειναν εκτός της τέχνης του. Αντίθετα, έγιναν η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο προσέγγισε τους ρόλους του – με ειλικρίνεια, ευαισθησία και χωρίς ίχνος επιτήδευσης.
Στο στρατόπεδο της Μακρονήσου ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το θέατρο, παρακολουθώντας τον Μάνο Κατράκη να παίζει. Ο ίδιος προσπάθησε να ενταχθεί στη θεατρική ομάδα που λειτουργούσε εκεί, ωστόσο απορρίφθηκε, καθώς δεν είχε καμία προηγούμενη επαφή με καλλιτεχνικές σπουδές.
Κάπως έτσι, μέσα σε εκείνες τις δύσκολες συνθήκες, ήρθε κοντά με τον Νίκο Κούνδουρο, που βρισκόταν επίσης στο στρατόπεδο.
Ο Κούνδουρος διέκρινε την έντονη κινητικότητά του και σχεδόν αυθόρμητα, άρχισαν να «παίζουν» για πλάκα – μια πρώτη, ανεπίσημη επαφή με την υποκριτική που έμελλε να αποδειχθεί καθοριστική. […]
















