«Tον Μάρτ’ ανοίν’ τα μάραντα κι Απρίλ’ τα μανουσάκια» λέει ο στίχος του ποιήματος «Η άνοιξη» όπως το έχει καταγράψει ο Στάθης Ευσταθιάδης στην πολύτιμη συλλογή του Τα τραγούδια του ποντιακού λαού, ο δε αδελφός του, ο Νάκος, έγραψε γι’ αυτά το τραγούδι «Μανουσάκια, τουτουγιάδες» («Μανουσάκια, τουτουγιάδες / παρχαρόπουλα, σεβντάδες / Και ρομάνες σα ραχία / άμον τα νερά τα κρύα» λένε οι στίχοι).
Τα τραγούδησε και ο Φίλων Κτενίδης, στο ποίημά του «Λαμπρή», με τους στίχους «Λαμπρή! Ελαμπροφόρεσαν τ’ ορμάνια και τ’ ομάλια / τα χιόνια ντο ελύγανε, εγένταν μανουσάκια».
Το 1961, ο Νικόλαος Βασιλειάδης από τα Αλωνάκια Κοζάνης αφιέρωσε σ’ αυτά ένα μικρό άρθρο που δημοσιεύτηκε στο διπλό φύλλο 11-12 (Απρ.-Μάιος) της εφημερίδας Το Βήμα της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης (στη σελίδα 2). Εκεί εξηγεί μεταξύ άλλων πώς έφτιαχναν στον Πόντο το καλύτερο βούτυρο, με το κιτρινωπό χρώμα!

Παρχάρ’ που έ’εις τα μάραντα σ’,
που έ’εις τα μανουσάκια σ’,
που έ’εις τα κρύα τα νερά
και τα χουλιά τα χιόνια.
Ανάμεσα στα χιλιοτραγουδισμένα λουλούδια του Πόντου, ξεχωριστή θέση είχαν τα μανουσάκια.
Τα μανουσιάκια φυτρώνουν μόνα τους στα ψηλά ποντιακά βουνά και εκεί όπου το χώμα είναι πλούσιο. Το ύψος του φτάνει γύρω στους δέκα πόντους και ο κορμός τους δεν έχει διακλαδώσεις. Τα φύλλα τους είναι ασπριδερά και γυαλιστερά σαν ασήμι και τρυφερά με μαλθακή επιφάνεια σαν μετάξι. Ο κορμός τους έχει χρώμα κοκκινωπό και στην άκρη του βγάζει ένα μόνο άνθος.
Το μέρος όπου φυτρώνουν τα μανουσιάκια, τη νύχτα σπινθηρίζει και μοιάζει σαν ουρανός με τα άστρα. Γι’ αυτόν το λόγο στη Ματσούκα το έλεγαν «μαγευτικόν τόπος».
Τα ζώα, και προπαντός οι αγελάδες, αρέσουν πολύ να βόσκουν μανουσιάκια και τότε βγάζουν το καλύτερο βούτυρο, με το κιτρινωπό χρώμα.
Κλαίγω ντο εγέρασα,
κλαίγω ντο θ’ αποθάνω,
κλαίγω του Πόντου το σερεφέτ
εγώ πως θ’ ανασπάλω.
≈
















