Το Σάββατο του Λαζάρου κατείχε ξεχωριστή θέση στον Πόντο, συνδυάζοντας την εκκλησιαστική κατάνυξη με ζωντανά λαϊκά έθιμα που ενίσχυαν τη συνοχή της κοινότητας. Ήταν μια συνολική εμπειρία που ένωνε την πίστη, την παράδοση και την καθημερινή ζωή, από το χώρο του ναού έως τα σοκάκια των χωριών.
Στη βυζαντινή Τραπεζούντα, η Ανάσταση του Λαζάρου αποτυπώθηκε με ιδιαίτερη ένταση σε αγιογραφίες. Ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, περιγράφοντας τις παραστάσεις στον πύργο της Μονής της Αγίας Σοφίας, αναδεικνύει μια σκηνή βαθιά φορτισμένη.
Ο Χριστός στέκεται μπροστά στον τάφο, ενώ οι μορφές γύρω του αποδίδονται με εκφραστική δύναμη. Οι γυναίκες, με καλυμμένα τα κεφάλια, εκφράζουν θλίψη και οδύνη, οι αδελφές του Λαζάρου γονατίζουν ικετευτικά, ενώ στο βάθος διακρίνεται η Βηθανία. Από το μνήμα εξέρχεται ο Λάζαρος δεμένος ακόμη με τα σάβανα, σε μια εικόνα που λειτουργεί ως προαναγγελία της Ανάστασης του Χριστού.
Η σκηνή αυτή δεν είναι μόνο εικαστική, αλλά και θεολογική. Εντάσσεται σε έναν ευρύτερο κύκλο παραστάσεων της Μεγάλης Εβδομάδας, που περιλαμβάνει τη Βαϊοφόρο, τη Σταύρωση και την Ταφή, συγκροτώντας ένα ενιαίο αφήγημα λύτρωσης. Έτσι, το Σάββατο του Λαζάρου αποκτά έναν ιδιαίτερο συμβολισμό, ως μετάβαση από το θάνατο στη ζωή.
Την ίδια στιγμή, στα χωριά του Πόντου, η ημέρα αυτή είχε έντονα λαογραφικά χαρακτηριστικά. Όπως έχει καταγράψει ο Δημήτριος Λαζαρίδης, στο Καπίκιοϊ τα παιδιά έβγαιναν κρατώντας κλαδιά από λεύκες, τα λεγόμενα «βάια», και περιδιάβαιναν τα σπίτια τραγουδώντας για την Ανάσταση του Λαζάρου. Οι νοικοκυρές τα φιλοδωρούσαν με αυγά ή μικρά χρηματικά ποσά, ενισχύοντας έτσι έναν κύκλο ανταλλαγής και κοινωνικής επαφής.
Την Κυριακή των Βαΐων, τα ίδια κλαδιά μεταφέρονταν στην εκκλησία και στη συνέχεια τοποθετούνταν στα εικονοστάσια των σπιτιών. Υπήρχε η πίστη ότι αν το κλαδί «αράχνιαζε», αν δηλαδή δημιουργούσε μικρές ίνες, αυτό αποτελούσε ένδειξη ευλογίας και καλοτυχίας για το σπίτι και την οικογένεια.

Ιδιαίτερη θέση σε αυτή την περίοδο είχαν και τα κερκέλια, τα παραδοσιακά κουλούρια. Απλά και λιτά, χωρίς σουσάμι, αποτελούσαν βασικό στοιχείο για το βάεμαν.
Τα παιδιά τα περνούσαν σε σπάγκο και, κρατώντας καλάθια για τα αυγά που θα συγκέντρωναν, γύριζαν τα σπίτια τραγουδώντας και ζητώντας φιλοδώρημα. Τα αυγά τα φύλαγαν για το Πάσχα, ενώ τα κουλούρια τα πρόσφεραν στους γονείς τους.
Το βάεμαν ήταν μια συλλογική εμπειρία που ενίσχυε τους δεσμούς της κοινότητας. Ακόμη και ενήλικες συμμετείχαν περιστασιακά. Από το ίδιο το έθιμο προέκυψαν και οι λέξεις βαεύω και βάεμαν, που χρησιμοποιούνται μεταφορικά για τις συχνές επισκέψεις.
Σήμερα, μετά από μια περίοδο… λήθης, το έθιμο αναβιώνει σε ποντιακές κοινότητες, μεταφέροντας στο παρόν μια παράδοση που αποτελεί στοιχείο ταυτότητας.
















