Κοντάκιο της Τετάρτης της β’ εβδομάδος των νηστειών του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού ο ύμνος». Διαβάστε το Μέρος Α’, το Μέρος Β’ και το Μέρος Γ’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ιθ’. Όπως σας τα είπα μέχρι εδώ, μπορεί απ’ τη μια το φίδι να μην τολμούσε τον Αδάμ τότε να προσεγγίσει,
γιατί είχε φόβο, αν και τυχόν το έκανε, μήπως και αστοχήσει στο σχέδιο που ήλπιζε γρήγορα να πετύχει,
μα απ’ την άλλη βρέθηκε άλλος για να το κάνει, που τελικά αποδείχτηκε πιο επιτήδειος απ’ αυτό·
μια φιδομάνα φοβερή, πιο φίδι κι από φίδι, στο φίδι έβαλε γυαλιά και έκανε τον δάσκαλο να μοιάζει μαθητούδι.
Αυτόν που δεν το τόλμησε το φίδι να δαγκώσει, εκείνη τον θανάτωσε.
Γιατί, με κολακείες τού έριξε δηλητήριο με πονηριά
στις φλέβες, και τελικά κατέστρεψε και έκανε κομμάτια τον εαυτό της μια φορά
και ύστερα κι εκείνον. Έπλεξε και του λόγου της απάτη για να φάει κι εκείνος από τον καρπό·
και βρέθηκαν φιδόπληκτοι κι οι δυο και πεθαμένοι, χωρίς
αιώνια ζωή.
κ’. Έτσι πολιορκήθηκε έναν καιρό το κάστρο, λοιπόν, του δόλιου του Αδάμ και έπεσε με απάτη.
Από ένα πράγμα που έφαγε, μια μαχαιριά μάς κάρφωσε εφάπαξ κι έχουμε όλοι πληγή ανοιχτή στα στήθια μας.
Γι’ αυτό το πράγμα που έκανε, ρίχτηκε ως ανυπάκουος
στη γη να υποφέρει, κι απ’ της ζωής τα βάσανα βαριά να τυραννιέται.
Γιατί νηστεία εύλογη κι ωφέλιμη στ’ αλήθεια
να κάνει δεν τ’ ανέχτηκε· τον μέθυσε η έλλειψη εγκράτειας που είχε.
Γι’ αυτό και όλοι οι Χριστιανοί,
καλό συνήθειο έχουνε να κάνουνε νηστεία και προσπαθούν όσο μπορούν σε τούτο ν’ ανταγωνιστούν μέχρι και τους αγγέλους,
ελπίζοντας πως εφεξής με τούτο θα κερδίσουν αμαρτημάτων άφεση κι
αιώνια ζωή.
κα’. Σπουδαίο πράγμα είναι αυτό που λέγεται νηστεία, και που ο Αδάμ τότε παλιά είχε κληθεί να κάνει.
Γιατί, η τροφή που κάποτε είχε ο προπάτοράς μας, ήταν μονάχα φυτική.
Μετά όμως κι εκείνος έχασε κάθε έλεγχο, συγκρατημό δεν είχε.
Κι έτσι πια η απόλαυση του φαγητού έχει γίνει πολλών ειδών κι υπάρχουνε τροφές για κάθε γούστο.
Ψάρια τα νοστιμότερα, πουλερικά, τετράποδα
και κάθε ποικιλία απ’ όσα δίνουν τα φυτά μαζί και οι καρποί τους.
Οι τέχνες της μαγειρικής που ξέρουν και τις χαίρονται όλοι οι καλοφαγάδες
και τα πλουσιοπάροχα τραπέζια που έχουν χάρες κι ανοίγουνε την όρεξη ως και στον χορτασμένο·
κι άντε μετά να σβήσει ποτέ η γαστριμαργία σου! Αυτή, όμως, είναι πρόβλημα, καθώς κλείνει το δρόμο για την
αιώνια ζωή.
κβ’. Με αυτά που λέω τώρα, φοβάμαι, όμως, φίλοι μου, να μην σας φέρω πειρασμό κι αρχίσετε να τρώτε δίχως να υπάρχει αύριο ό,τι βρεθεί μπροστά σας·
μην και σας κάνω ‒προς Θεού‒ και από τον πρωτόπλαστο πιο λαίμαργους στο φαγητό.
Γιατί, τον ζήλο που έχετε για μέγιστη εγκράτεια,
ως άνθρωποι πολύ πιστοί, να διακηρύξω θέλησα.
Αλήθεια, με υπομονή κι αγάπη όλοι δέχεστε να κάνετε νηστεία και προσπαθείτε εντατικά έτσι να υπηρετείτε
τον Θεό, και Του προσφέρετε –όπως προσφέρανε παλιά– αυτό που λεν «δεκάτη».
Όπως οι Εβραίοι, δηλαδή, που απ’ όσα χρήματα είχανε,
πρόσφεραν το ένα δέκατο ‒εξού και το «δεκάτη»‒ στον Κύριό μας και Θεό. Αυτό που κάνανε, λοιπόν, συμβόλιζε από τα παλιά
αυτό το πράγμα που έμελλε να ειπωθεί νηστεία, με την οποία έχουμε
αιώνια ζωή.
κγ’. Και έτσι, φίλοι μου, λοιπόν, ο αριθμός των ημερών μέσα σε κάθε χρόνο που έχουνε καθοριστεί να γίνεται νηστεία, σε μια «δεκάτη» αντιστοιχούν.
Γιατί, ο χρόνος έχει επτά εβδομάδες με νηστεία.
Πέντε ημέρες έχουμε
σε κάθε μία απ’ αυτές, που τη νηστεία κρατάμε.
Ώστε στο σύνολο, λοιπόν, είναι τριάντα πέντε οι μέρες που νηστεύουμε.
Πρόσθεσε, αν θέλεις, σε αυτές τη μέρα ως τη νύχτα που ’ν’ το Μεγάλο Σάββατο
του Σωτηρίου Πάθους,
τριάντα έξι και μισή τότε θε να γενούνε οι μέρες που νηστεύουμε μέσα σε κάθε χρόνο.
Αυτό ‒γιά υπολόγισε!‒ είναι το ένα δέκατο των ημερών του έτους· με αυτό το δέκατο, λοιπόν, είναι που θα κερδίσουμε
αιώνια ζωή.
κδ’. Του κόσμου ω, Σωτήρα! Εσένα προσκυνούμε και Σου προσφέρουμε αυτήν την εύλογη λατρεία.
Τους πάντες Συ ελέησε, Φιλάνθρωπε, Ελεήμων.
Γιατί, όλοι ανεξαιρέτως, καν τρώμε καν νηστεύουμε, οι πάντες
Σε δοξάζουμε· γιατί Εσύ μόνο μπορείς
τους πάντες όσους έπλασες να σώσεις απ’ την πλάνη. Εσύ Είσαι ο Θεός μας, στ’ αλήθεια,
και ας έγινες κι άνθρωπος ως το θέλησες
απ’ την Παρθένο Παναγιά
Μαρία, την Πανάχραντη Κυρία Θεοτόκο. Γι’ αυτό, στα πόδια πέφτουμε Κύριε τα δικά Σου,
με τις πρεσβείες πάντοτε της Παναγιάς μητέρας Σου και Σε παρακαλούμε: δώσε σ’ εμάς τους δούλους Σου
αιώνια ζωή.
















