Τον Φεβρουάριο του 1918, η ιστορία του Πόντου άλλαξε δραματικά. Όπως καταγράφει ο αρχιμανδρίτης Πανάρετος Τοπαλίδης στο εμβληματικό έργο του Ο Πόντος ανά τους αιώνας (1929), «τον Ιανουάριον, Φεβρουάριον και Μάρτιον του έτους 1918, ότε τα ρωσσικά στρατεύματα επαναστατήσαντα εγκατέλιπον τα πάντα και τας καταληφθείσας τουρκικάς επαρχίας […] 85.000 Έλληνες εκ των καταλειφθεισών επαρχιών του Ανατολικού Πόντου έφυγον μετά των Ρώσσων ή εξεδιώχθησαν υπό των προελαυνόντων Τούρκων».
Η υποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από την Τραπεζούντα δεν ήταν απλώς στρατιωτικό γεγονός. Ήταν η απαρχή ενός νέου ξεριζωμού.
Χιλιάδες Έλληνες εγκατέλειψαν τις εστίες τους, κατευθυνόμενοι προς τη Ρωσία, ενώ άλλοι καταδιώχθηκαν. Ο ίδιος ο Τοπαλίδης υπολογίζει ότι επιπλέον 60.000 Έλληνες της περιφέρειας Καρς εγκατέλειψαν τα σπίτια τους τον Μάρτιο του 1918, καταφεύγοντας αρχικά στη Γεωργία και από εκεί στον Βόρειο Καύκασο και τα παράλια του Εύξεινου Πόντου, «υπό την προστασίαν των εκεί Ελλήνων».
Μέσα σε αυτό το κύμα προσφυγιάς βρέθηκε και ένας από τους σημαντικότερους λόγιους του ποντιακού ελληνισμού: ο Ελευθέριος Τριανταφύλλου Κούσης.
Ένας Πόντιος λόγιος διεθνούς ακτινοβολίας
Ο Ελευθέριος Κούσης (1843-1921), φιλόλογος με βαθιά ενασχόληση με τη γλωσσολογία και τη λαογραφία, γεννήθηκε στην Τραπεζούντα από γονείς καταγόμενους από το χωριό Πολίτα. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας και το 1870, σε ηλικία 27 ετών, πήγε στην Αθήνα για σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή.
Ο θεμελιωτής της επιστήμης της γλωσσολογίας στην Ελλάδα Γεώργιος Χατζηδάκις θυμόταν για εκείνη την περίοδο: Ο Κούσης ήταν «αναμφισβητήτως ο άριστος της Σχολής» και αγαπητός σε όλους, εύθυμος, χαριτολόγος και παρρησιαστής.
Δίδαξε στην Τραπεζούντα και στην Τρίπολη του Πόντου και κατόπιν διορίστηκε καθηγητής ελληνικών στην Εμπορική Σχολή της Χάλκης.
Το 1878 πήγε στη Γερμανία και γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Τίμπιγκεν. Ο Χατζηδάκις σημειώνει ότι συναντήθηκαν τότε στη Λειψία, όπου συγκατοίκησαν και σπούδαζαν μαζί, ενώ ταξίδεψαν και στο Βερολίνο.
Τον περιγράφει ως αυστηρό αλλά δίκαιο κριτή, αφοσιωμένο στη μελέτη της νεότερης ελληνικής γλώσσας, και ιδίως της ποντιακής διαλέκτου. Μάλιστα τον παρότρυνε να εκδώσει τη μεγάλη του διατριβή για τη διάλεκτο, η οποία τελικά δημοσιεύθηκε τμηματικά στο περιοδικό Πλάτων (1882-1890).
Διδασκαλική πορεία και ακέραιος χαρακτήρας
Ο Κούσης υπηρέτησε ως καθηγητής και γυμνασιάρχης σε πλήθος πόλεων: Βόλο, Τρίκαλα, Φιλιατρά, Γιάννενα, Λαμία, Λάρισα, Καρδίτσα, Καλάβρυτα, Αίγιο, Πάτρα και αλλού. Στη Λάρισα του ανατέθηκε από την Αρχαιολογική Εταιρεία η εποπτεία ανασκαφών γύρω από τον Βόλο – έργο για το οποίο αρνήθηκε αμοιβή.
Συχνά συγκρουόταν με πολιτικούς για τη βαθμολογία «προστατευόμενων» μαθητών και κινδύνευε να απολυθεί. Τον έσωζαν όμως οι άριστες εκθέσεις των επιθεωρητών.
Μια τέτοια σύγκρουση στα Φιλιατρά τον οδήγησε το 1892 στα Γιάννενα, όπου υπηρέτησε για ένα έτος ως διευθυντής της Ζωσιμαίας Σχολής, τότε ακόμη υπό οθωμανική διοίκηση.

Ο δημοσιογράφος Μιχάλης Ροδάς τον περιγράφει ως κοντό άνδρα με γκρίζα γενειάδα, που αγαπούσε το Αίγιο σαν δεύτερη πατρίδα του και δεν έκρυβε το θαυμασμό του για το κρασί της περιοχής.
Επιστροφή στον Πόντο και συγγραφικό έργο
Το 1906 συνταξιοδοτήθηκε και επέστρεψε στην Τραπεζούντα, όπου αφοσιώθηκε στη μελέτη και τη συγγραφή. Ανάμεσα στα έργα του:
• Τραπεζουντία διάλεκτος¹ (1883-1890)
• Έρευνα της νέας ελληνικής γλώσσης
• «Περί των εν Τραπεζούντι εις -ια ονομάτων» (Αθηνά, 1911)
• Η Αυτοκράτειρα Ελένη (μετάφραση, 1916)
• Τραπεζουντία διάλεκτος – Συναγωγή λέξεων (1916-17)
• «Λεξιλόγιον φυτολογικόν Τραπεζούντας»² (Αρχείον Πόντου, 1928)
• Τραπεζούς, η Αυτοκρατορική πόλις εν τη Ποντική Ακτή (1910).

Άφησε επίσης σημαντικά ανέκδοτα έργα, μεταξύ των οποίων:
• έμμετρη μετάφραση του Οράτιου στην αρχαία ελληνική,
• μετάφραση του Φαλμεράιερ Ιστορία της Αυτοκρατορίας Τραπεζούντας,
• λεξιλογική έρευνα της ελληνικής και των διαλέκτων.
Το τελευταίο αυτό μνημειώδες έργο χωριζόταν σε τρία μέρη και, κατά τον υπολογισμό του, θα έφτανε τα 620 τυπογραφικά φύλλα.
Η αναγνώριση των συγχρόνων του
Ο Δημοσθένης Οικονομίδης τον κατατάσσει στους σημαντικότερους μελετητές της ποντιακής διαλέκτου, μαζί με τον Παρχαρίδη και τον Βαλαβάνη. Ο Χατζηδάκις το 1911 τον χαρακτηρίζει έναν από τους «αξιολογωτάτους» ερευνητές της.
Το 1914 του ζήτησε να συντάξει πλήρη έκθεση για το Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής της Ακαδημίας Αθηνών, όμως ο Ελευθέριος Κούσης δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί λόγω του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και της αναταραχής στην περιοχή.
Ο ξεριζωμός του 1918 και τα τελευταία χρόνια
Μετά την υποχώρηση του ρωσικού στρατού από την Τραπεζούντα τον Φεβρουάριο του 1918, ο Ελευθέριος Κούσης ακολούθησε το προσφυγικό ρεύμα προς το Βατούμ. Δεν μπόρεσε όμως να παραμείνει εκεί. Με το ξέσπασμα της μπολσεβικικής επανάστασης αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, όπου πέθανε σε ηλικία 78 ετών.
Η βιβλιοθήκη του, περίπου 3.000 τόμοι, λεηλατήθηκε από τους Τούρκους όταν έφυγε για τη Ρωσία.
Ένας λόγιος-σύμβολο της ποντιακής μνήμης
Ο Ελευθέριος Κούσης υπήρξε από τους βαθύτερους γνώστες της ελληνικής γλώσσας της εποχής του και έγραφε, όπως οι περισσότεροι λόγιοι του 19ου αιώνα, στην αρχαΐζουσα. Η συμβολή του όμως δεν περιορίζεται στη φιλολογία.
Ανήκει σε εκείνη τη γενιά Πόντιων διανοούμενων που έζησαν τη μετάβαση από την ακμή στον ξεριζωμό και κατέγραψαν με επιστημονική ακρίβεια τη γλώσσα και τον πολιτισμό πριν αυτοί διαλυθούν μέσα στις ιστορικές καταιγίδες.
Η ιστορία του συνδέεται άμεσα με τα γεγονότα του 1918 – ένα σημείο καμπής για τον ποντιακό ελληνισμό. Η υποχώρηση του ρωσικού στρατού από την Τραπεζούντα δεν σηματοδότησε μόνο στρατιωτική αλλαγή, αλλά την αρχή μιας νέας προσφυγικής εποποιίας.
















