Στις 29 Ιανουαρίου 1989 εγκαινιάστηκε η Στέγη Κειμηλίων του Ποντιακού Ελληνισμού, το τριώροφο κτήριο της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών στην οδό Αγνώστων Μαρτύρων 73, στη Νέα Σμύρνη. Από τότε έως σήμερα, ο χώρος αυτός δεν λειτουργεί μόνο ως έδρα ενός ιστορικού επιστημονικού φορέα, αλλά κυρίως ως τόπος συγκέντρωσης, μελέτης και διαφύλαξης ενός μοναδικού πολιτισμικού αποθέματος: του υλικού που συγκροτεί το Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού.
Το Μουσείο μέσα από τα αντικείμενα και τα αρχεία του, συμβάλλει ουσιαστικά στην κατανόηση και την ερμηνεία της σύγχρονης μορφής του ελληνισμού, φωτίζοντας πτυχές της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής ζωής των Ποντίων, χωρίς εξιδανίκευση και συναισθηματικές υπερβολές.
Η συγκρότηση της μουσειακής συλλογής ξεκίνησε ήδη από τα πρώτα χρόνια της Επιτροπής, με καθοριστικό σταθμό την πρώτη οργανωμένη ερευνητική αποστολή συλλογής λαογραφικού υλικού από τη Μακεδονία.
Επικεφαλής της αποστολής ήταν ο τότε γενικός γραμματέας της Επιτροπής Σίμος Λιανίδης, φιλόλογος και λαογράφος, του οποίου η επιστημονική μέθοδος σφράγισε εξαρχής τη φυσιογνωμία του Μουσείου.
Αντικείμενα του πνευματικού και υλικού πολιτισμού Ποντίων, κυρίως αγροτικής προέλευσης, αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα της συλλογής, η οποία εμπλουτίστηκε στη συνέχεια με οικογενειακά κειμήλια Ποντίων από όλη την Ελλάδα.

Η ανταπόκριση των ιδιωτών στο κάλεσμα της Επιτροπής υπήρξε μεγάλη. Πολύτιμα αλλά και απλά αντικείμενα, ανεξαρτήτως υλικής αξίας, έγιναν δεκτά εφόσον μαρτυρούσαν τον τρόπο ζωής, τις συνήθειες και την καθημερινότητα των Ελλήνων του Πόντου. Η καταγραφή και η διαφύλαξή τους πραγματοποιήθηκαν με συνδυασμό επιστημονικής ακρίβειας και σεβασμού, στοιχείο που παραμένει θεμελιώδες στη λειτουργία του Μουσείου μέχρι σήμερα.
Από τα πρώτα χρόνια οργάνωσής του, το Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού εκπροσωπείται στο Ελληνικό Τμήμα του ICOM (Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων), διατηρώντας σταθερή επικοινωνία με τον διεθνή μουσειακό χώρο και υιοθετώντας σύγχρονες δεοντολογικές αρχές στη λειτουργία και την τεκμηρίωσή του.
Η γεωγραφική και χρονολογική έκταση του υλικού είναι εντυπωσιακά ευρεία.
Τα αντικείμενα προέρχονται από σχεδόν ολόκληρη την περιοχή του Πόντου, από τόπους μετανάστευσης γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα, αλλά και από περιοχές των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας.

Χρονολογικά, τα τεκμήρια ξεκινούν από τον 17ο αιώνα, με κύρια έμφαση στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ περιλαμβάνονται και στοιχεία από τη ζωή των προσφύγων στην Ελλάδα τις πρώτες δεκαετίες μετά τον ξεριζωμό.
Ξεχωριστή θέση κατέχει η πλούσια συλλογή παραδοσιακών γυναικείων ενδυμάτων και κοσμημάτων, ενώ ιδιαίτερα αξιόλογη είναι η συλλογή αστικής οικοσκευής.
Σπουδαιότατα θεωρούνται τα παλαίτυπα βιβλία και τα ιστορικά έγγραφα, εξαιρετικά τα δείγματα αργυροχοΐας, μοναδικό σε μεγάλο μέρος του το πρωτότυπο φωτογραφικό υλικό και συγκλονιστικό το ηχητικό αρχείο ομιλίας, τραγουδιού και μουσικής, αποτέλεσμα της πρωτοποριακής καταγραφής του Σίμου Λιανίδη.

Κατά τη διαμόρφωση της Έκθεσης στη Στέγη Κειμηλίων παρουσιάστηκε το μεγαλύτερο μέρος του υλικού που ήταν κατάλληλο για τον συγκεκριμένο μουσειολογικό σχεδιασμό, ενώ σημαντικός όγκος τεκμηρίων φυλάσσεται και συντηρείται σε άλλους χώρους του κτιρίου.
Με αυτόν τον τρόπο, η Στέγη Κειμηλίων λειτουργεί όχι μόνο ως εκθεσιακός χώρος, αλλά και ως επιστημονικό «εργαστήριο» μνήμης και έρευνας.
Τα εγκαίνια
Τα εγκαίνια της 29ης Ιανουαρίου 1989 πραγματοποιήθηκαν παρουσία εκπροσώπων του πολιτικού, επιστημονικού και πνευματικού κόσμου, καθώς και πλήθους μελών και φίλων της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών.
Παρών ήταν, μεταξύ άλλων, ο τότε υπουργός Εμπορίου Νίκος Ακριτίδης, ενώ στις φωτογραφίες των εγκαινίων διακρίνονται τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής: ο Οδυσσέας Λαμψίδης (πρόεδρος), ο Διαμαντής Λαζαρίδης (γενικός έφορος), ο Χρήστος Γαλανίδης (έφορος κτηρίου), η Κούλα Ιορδανοπούλου (ταμίας), η Αθηνά Καλλιγά (γενική γραμματέας), ο Χρήστος Ανδρεάδης (έφορος βιβλιοθήκης) και η Λένα Καλπίδου (έφορος μουσείου), καθώς και συνεργάτες και φίλοι της Επιτροπής.

Ιδιαίτερη ιστορική αξία έχουν και οι χειρόγραφες εγγραφές στο βιβλίο επισκεπτών.
Σε μία από αυτές, η Στέγη Κειμηλίων χαρακτηρίζεται ως «πνευματική κολυμβήθρα», όπου οι Πόντιοι καλούνται να «αναβαπτιστούν πνευματικά» ώστε να αντλήσουν νέες δυνάμεις και να προσανατολιστούν «στον σωστό δρόμο που οδηγεί στην αναγέννηση της Ποντιακής Ιδέας».

Άλλες αφιερώσεις τονίζουν ότι πρόκειται για έργο που δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά τις επερχόμενες γενιές, ενώ δεν λείπουν οι αναφορές στη σημασία της σοβαρής επιστημονικής τεκμηρίωσης και της αθόρυβης, συστηματικής δουλειάς.

Τριάντα έξι χρόνια μετά τα εγκαίνιά της, η Στέγη Κειμηλίων του Ποντιακού Ελληνισμού παραμένει ένας χώρος όπου το παρελθόν δεν εξωραΐζεται, αλλά τεκμηριώνεται, δεν αφηγείται απλώς, αλλά ερμηνεύεται. Ένας χώρος που συνεχίζει να συμβάλλει ουσιαστικά στη συλλογική ιστορική αυτογνωσία, μέσα από γνώση, έρευνα και μνήμη με διάρκεια.
















