Με τον γνώριμο, αιχμηρό τρόπο του, ο Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε σήμερα το Ιράν να προχωρήσει σε συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά η Ουάσινγκτον θα εξαπολύσει νέα επίθεση κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας, «πολύ χειρότερη» από την προηγούμενη.
«Ας ελπίσουμε ότι το Ιράν θα προσέλθει γρήγορα στο τραπέζι και θα διαπραγματευτεί μια δίκαιη και ισότιμη συμφωνία –όχι πυρηνικά όπλα– [σ.σ. με κεφαλαία], μια συμφωνία που θα είναι καλή για όλα τα μέρη. Ο χρόνος τελειώνει, αυτό είναι πραγματικά ουσιώδες!», έγραψε στην πλατφόρμα Truth Social.
Στην πρώτη θητεία του, οι ΗΠΑ είχαν αποχωρήσει από την πολυεθνική πυρηνική συμφωνία του 2015 με την Τεχεράνη. Σε νέα ανάρτηση, ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε: «Η επόμενη επίθεση θα είναι πολύ χειρότερη! Μην το αφήσετε αυτό να συμβεί ξανά».
Ο ίδιος έκανε επίσης λόγο για «μεγάλο στόλο» που κατευθύνεται προς το Ιράν, σημειώνοντας ότι πρόκειται για «μεγαλύτερο στόλο από εκείνον που στάλθηκε στη Βενεζουέλα», παραπέμποντας στη στρατιωτική ανάπτυξη των ΗΠΑ στην Καραϊβική το περασμένο καλοκαίρι.
Η Ουάσινγκτον έχει ενισχύσει την παρουσία της στον Κόλπο με την αποστολή του αεροπλανοφόρου Abraham Lincoln και των συνοδευτικών του σκαφών, των οποίων την άφιξη ανακοίνωσε προχθές Δευτέρα ο αμερικανικός στρατός.
Προειδοποίηση και από την Τεχεράνη
Οι αμερικανοϊρανικές σχέσεις βρίσκονται σε ένταση μετά την αιματηρή καταστολή των εκτεταμένων διαδηλώσεων στο Ιράν στις αρχές του έτους.
Οι ιρανικές Αρχές είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι υπάρχει δίαυλος επικοινωνίας με την Ουάσινγκτον, ωστόσο ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δήλωσε σήμερα ότι για να υπάρξουν διαπραγματεύσεις οι ΗΠΑ πρέπει πρώτα να «σταματήσουν τις απειλές και τις υπερβολικές απαιτήσεις».
Ιρανικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι ο επικεφαλής της ιρανικής διπλωματίας τόνισε πως δεν έχει υπάρξει επικοινωνία τις τελευταίες ημέρες με τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ, ούτε έχει υποβληθεί αίτημα για συνομιλίες.
Η ιρανική διπλωματική αποστολή στα Ηνωμένα Έθνη ανέφερε ότι η Τεχεράνη είναι έτοιμη για διάλογο με τις ΗΠΑ «με βάση τον αμοιβαίο σεβασμό και τα κοινά συμφέροντα», προειδοποιώντας παράλληλα ότι «αν πιεστεί, θα αμυνθεί και θα απαντήσει όπως ποτέ άλλοτε στο παρελθόν».
















