Συγγραφέας, ποιητής και λαογράφος, ο Αργυρουπολίτης (με καταγωγή από την Κρώμνη, από τη μητέρα του) Μιχαήλ Μεταλλείδης τίμησε την παράδοση και την ιστορία του Πόντου όσο λίγοι. Γεννημένος κατά πάσα πιθανότητα το 1901, εμπλούτισε με την πένα του πολλά από τα ποντιακά λογοτεχνικά περιοδικά (Ποντιακή Εστία, Ποντιακά Φύλλα κ.ά.), αλλά και την εφημερίδα Το Βήμα που εξέδιδε η Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης τη δεκαετία του 1960. Κατά γενική ομολογία, υπήρξε επίλεκτο μέλος της ποντιακής κοινότητας στη Θεσσαλονίκη.
Ελλείψει άλλων βιογραφικών στοιχείων, αντιγράφουμε από σημείωμα που δημοσιεύτηκε στην Ποντιακή Εστία (τ. 23) με αφορμή το θάνατό του, στις 5 Αυγούστου 1978:
«Σ’ αυτήν [την Π.Ε.] αναζητούσε την ξεκούραση από τη βιοπάλη, από τον σκληρό αγώνα για την επιβίωση της οικογένειάς του, στην οποία και μόνο ανήκε – ολόσωμα κι ολόψυχα. Μόνο οι ώρες της ξεκούρασης και της λήθης τού σήμερα ήσαν για τον Μιχάλη αποκλειστικά δικές του. Τέτοιες ώρες η σκέψη του πετούσε στα περασμένα, στο χτες της ζωής. Εκεί, στη μακρινή γενέτειρα, στον Πόντο, ξανάβρισκε τον εαυτό του. Δέντρα, βουνά, ποτάμια και ρεματιές, χωριά και πολιτείες, γνώριμα κι ωραία όλα του θύμιζαν τα ξένοιαστα παιδικά χρόνια, τα πρώτα νεανικά σκιρτήματα της καρδιάς, τα μεγάλα όνειρα και τις γλυκές ελπίδες που έσβησαν.
»Και τότε η νοσταλγία φούντωνε ακόμα πιο πολύ στην ψυχή του Μιχάλη, κι ο πόνος του για τη χαμένη ιερή γη γινότανε ποίημα και τραγούδι παραπονιάρικο, ιστόρημα και ανέκδοτο, δίστιχο και ξενιτιάς και τρυφερό μοιρολόι […] ».

Το ποίημα που ακολουθεί, μια σύντομη τρόπον τινά πατριδογνωσία (που φέρνει στο νου και την «Καμπάνα του Πόντου» του Φίλωνα Κτενίδη) με τίτλο «Πρωτοχρονιάτικο του Πόντου», δημοσιεύτηκε στο 8ο φύλλο του Βήματος της ΕΛΘ (Ιαν. 1961):
Τρεις καλογέροι του Μελά
και τρεις του Βαζελώνα
καράβι βάζουν στα σκαριά
με το Χριστός γεννάται.
Κι αρχή μηνιά κι αρχή χρονιά
στη θάλασσα το ρίχνουν.
Βάζουν κι ένα Ρωμηόπουλο
στην πλώρη καπετάνιο.
Το Ρίζαι βάνει τ’ άρματα,
τα Σούρμενα τα ξάρτια,
ο Όφις και η Τρίπολι
μουτσόπουλα και ναύτες.
Η Κερασούντα κι η Ορδού
γραμμένα παλληκάρια,
η πλούσια η Αργυρούπολι
ασήμια και χρυσάφια,
και την ευχή του Γένους μας
την δίνει η Τραπεζούντα.
Η Ζύγανα συννέφιασε,
κι ο Ταύρος εχιονίστη,
της Κρώμνης τα ψηλά βουνά
τρανή αντάρα έχουν,
μα η δόλια μαύρη θάλασσα
γαλήνεψεν ως πέρα,
για να περάση ατράνταχτο
του σκλάβου το καράβι.
















