Έως το καλοκαίρι του 2018 θα πρέπει να περιμένουμε για να δούμε τι θα γίνει με την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, ενώ έως το 2022 η Ελλάδα θα πρέπει να παρουσιάζει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% και 2% έως το 2060, οπότε θεωρητικά θα τελειώσουν τα μνημόνια.
Θα μπορούσε κανείς να πει πως αυτό είναι το νόημα της συμφωνίας που υπέγραψε η κυβέρνηση μετά το χθεσινό Eurogroup στο Λουξεμβούργο, μια συμφωνία για την οποία κανείς δεν μπορεί να πανηγυρίζει.
Μπορεί να πήραμε τη δόση των 8,5 δισ. ευρώ, σε δύο τμήματα, ωστόσο οι καλά γνωρίζοντες αναφέρουν πως θα μπορούσαμε να είχαμε διεκδικήσει πάνω από 13,3 δισ. ευρώ με βάση τις προγραμματισμένες εκταμιεύσεις του μνημονίου έως το α’ τρίμηνο του 2017. Επιπλέον, προς το παρόν η ένταξή μας στον μηχανισμό ποσοτικής χαλάρωσης QE βρίσκεται στον αέρα.
Αναφορικά με το ζήτημα του χρέους, η απόφαση επαναλαμβάνει τη διατύπωση που υπήρχε στο σχέδιο της 22ας Μαΐου και προέβλεπε ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες (GFN) θα πρέπει να διατηρηθούν χαμηλότερα από το 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και να μην ξεπεράσουν το 20% του ΑΕΠ σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Η μέση παράταση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων αλλά και των τόκων προς τον EFSF θα είναι από μηδέν έως και 15 έτη, ενώ τονίζεται, εκ νέου, ότι τα εν λόγω μέτρα δεν θα πρέπει να επιφέρουν επιπλέον κόστος στα υπόλοιπα κράτη-μέλη.
Παράλληλα εισάγεται ένας νέος μηχανισμός, ο οποίος αφορά εκ νέου στα δάνεια του EFSF (Β’ Μνημόνιο), που συνδέει την αποπληρωμή των υποχρεώσεων με τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Ο μηχανισμός αυτός θα συγκεκριμενοποιηθεί μαζί με τα υπόλοιπα μέτρα για το χρέος μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος τον Αύγουστο του 2018 και εφόσον αυτό έχει εφαρμοστεί με επιτυχία από την ελληνική πλευρά. Πιο απλά προβλέπει -όπως εξήγησε ο Γερούν Ντάισελμπλουμ- ότι όταν η Ελλάδα έχει υψηλό ρυθμό ανάπτυξης θα πληρώνει περισσότερα για την εξυπηρέτηση του χρέους και το αντίστροφο. Σε ό,τι αφορά τα μακροπρόθεσμα μέτρα για το χρέος γίνεται αναφορά στην πιθανότητα μίας περαιτέρω επέμβασης στο προφίλ εξυπηρέτησης των δανείων του EFSF και πάντα σύμφωνα με την απόφαση που είχε ληφθεί τον Μάιο του 2016.
Ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, τόνισε ότι «η ΕΚΤ είναι ανεξάρτητη και θα λάβει η ίδια τις αποφάσεις της».
Το ρεαλιστικό σενάριο είναι η Ελλάδα να διεκδικήσει την είσοδο στο QE μετά τις γερμανικές εκλογές και τον σχηματισμό της νέας γερμανικής κυβέρνησης προς το τέλος του 2017. Την ίδια στιγμή, το ανακοινωθέν του Eurogroup τονίζει ότι θα στηρίξει την Ελλάδα στη δοκιμαστική έξοδό της στις αγορές. Προφανώς το θέμα αυτό θα κριθεί από την πορεία των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά και από τη δυνατότητα επιτυχούς προετοιμασίας μίας δοκιμαστικής εξόδου με βάσει το ενδιαφέρον των επενδυτών.
Όσο για το ΔΝΤ, θα συμμετέχει στο ελληνικό πρόγραμμα με μια συμφωνία «stand by» βάσει της οποίας θα υπάρχει ένα ποσό ύψους δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων που θα μπορεί να επενδυθεί όταν η Ευρώπη δεσμευτεί με ενέργειες για τη βιωσιμότητα του χρέους.
















