ΣΤΑΟ Γεώργιος Λεβέντης γεννήθηκε το 1913 στο χωριό Μπολσόι Γιανισόλ του Ντονέτσκ. Το χωριό ιδρύθηκε το έτος 1779 από Έλληνες της Κριμαίας στην όχθη του ποταμού Μόκριε Γιαλί. Πληροφορίες για τη ζωή του αντλούμε από το αυτοβιογραφικό βιβλίο Το τίμημα της ελευθερίας, το οποίο έχει γραφτεί στα ρωσικά και εκδοθεί στην Αυστραλία και στην Ουκρανία. Όπως γράφει ο ίδιος στο προλογικό σημείωμα: «Το μικρό αυτό βιβλιάριο (απομνημονεύματα) προορίζεται κυρίως για τους συμπατριώτες μου της Ουκρανίας, εκ των οποίων μερικοί δεν ξέρουν ελληνικά. Γι’ αυτό αναγκάστηκα να το γράψω στη ρωσική γλώσσα.»
Προερχόμενος από οικογένεια χωρικών, το 1929 μετέβη στη Μαριούπολη για να σπουδάσει σε παιδαγωγική σχολή. Εκεί γράφτηκε στον τομέα της ελληνικής γλώσσας και έμαθε πολύ γρήγορα τη νεοελληνική μέσα από τους Παλαμά, Δροσίνη και Σολωμό, τους οποίους μελετούσε ως επιπλέον διάβασμα στις ελεύθερές του ώρες.
Το 1930 προσελήφθη γραμματέας σύνταξης στην ελληνόφωνη εφημερίδα Κολλεκτιβιστής. Το 1932 επέστρεψε στο χωριό, για να εργαστεί στην προπαγανδιστική εφημερίδα Λένινσκι Σλιάχ (δηλ. Ο Δρόμος του Λένιν). Παράλληλα διορίστηκε δάσκαλος της ελληνικής στο Γυμνάσιο, στο οποίο πολύ σύντομα προάχθηκε σε διευθυντή.

Δουλεύοντας στην εφημερίδα και συναναστρεφόμενος με τους ανθρώπους «του Κόμματος», ο Λεβέντης συνειδητοποιούσε πόσο πολύ διέφερε από αυτούς και πόσο απείχαν οι προσωπικές απόψεις του από αυτά που τον ανάγκαζαν να γράφει.
«Εργαζόμενος στη σύνταξη, έβλεπα τη διαφθορά των κομματικών αρχηγών της περιοχής. Και παρά το ότι τον καιρό εκείνο έπαψα τελειωτικά να πιστεύω στον μύθο του σοσιαλισμού, έκανα τα πάντα για να είμαι ευχάριστος στα κομματικά μου αφεντικά», θυμόταν.
Σύντομα όμως οι οφθαλμοί και τα ώτα του κρατικού μηχανισμού έπεσαν σε υποψίες για την πίστη του Λεβέντη στο Κόμμα. Προπάντων ενοχλούσε η προσήλωσή του στην Ελλάδα. Αφορμές δόθηκαν από ορισμένες τοποθετήσεις του στα συμβούλια, από μισόλογα, ιδιωτικές συζητήσεις, ακόμα και από μορφασμούς και χειρονομίες του, καθώς τον παρακολουθούσαν παντού και πάντα.
Στις 14 Μαρτίου του 1935, στην ηλικία των 22 ετών, συνελήφθη για να σταλεί στα γκουλάγκ. Ο Λεβέντης ήταν ήδη πατέρας παιδιού ολίγων μηνών. Ήταν η εποχή των σταλινικών διώξεων για τους Έλληνες της χώρας. Η σύλληψη του Γεωργίου Λεβέντη πραγματοποιήθηκε στον χώρο της εργασίας του, στο Γυμνάσιο του Γιανισόλ, την ώρα που δίδασκε Ιστορία μέσα στην τάξη. Ο ίδιος γράφει: «Αν και όλη μας η ελληνική διανόηση (τόσο οι κομμουνιστές όσο και οι απολιτικοί) ήταν πιστή και υπηρετούσε φιλότιμα τη σοβιετική Αρχή, μας περίμενε γενοκτονία. Αυτή είναι η τραγωδία του λαού μας.»
Λίγους μήνες πριν από τη σύλληψη, ο Λεβέντης θυμάται να έχει προειδοποιηθεί από έναν κομμουνιστή φίλο του να αλλάξει απόψεις. «Μου φαίνεται ότι ήξερε πως με παρακολουθούν. Αυτό που δεν ήξερε ο καλός μου φίλος είναι ότι όλους εμάς τους Έλληνες μάς περιμένει κοινή μοίρα – η φυσική εξόντωση.»
Οι κατηγορίες για τον Έλληνα δάσκαλο ήταν οι εξής:
• Διδάσκοντας Ιστορία, Ελληνική γλώσσα και Λογοτεχνία, εκθειάζει υπερβολικά τον ελληνικό πολιτισμό.
• Επισκεπτόμενος το λιμάνι της Μαριούπολης και συναναστρεφόμενος ξένους ναυτικούς και ιδίως Ελλαδίτες, εκφράζεται με δυσαρέσκεια για τη ζωή στη Σοβιετική Ένωση.
• Λαμβάνει τακτικά ξένα περιοδικά – αγγλικά, γερμανικά και ελληνικά.
• Μαθαίνει εντατικά ξένες γλώσσες και αλληλογραφεί με το εξωτερικό.
• Έλαβε μέρος σε εθνικιστική ουκρανική θεατρική παράσταση.

Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να δηλώσει ενυπόγραφα την ενοχή του. Για τον λόγο αυτό κρατήθηκε και βασανίστηκε επί εβδομάδες. Κατόπιν συνοπτικής ομαδικής (!) δίκης άνευ δικηγόρου, καταδικάστηκε σε πενταετή κάθειρξη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών εγκληματιών στη Σιβηρία. Όπως γράφει, μαζί του ήταν «[…] τροτσκιστές, μοναρχικοί, αναρχικοί, σοσιαλδημοκράτες. Στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν απλοί άνθρωποι άσχετοι με τα πολιτικά. Έτσι καταδίκασαν για μοναρχισμό έναν νεαρό επειδή η γιαγιά του είχε στην κατοχή της πορτραίτο του τσάρου Νικολάου Β΄ […]».
Ως κρατούμενος στη Σιβηρία έκανε διάφορες δουλειές σε συνθήκες πολικού ψύχους. Έσπαγε πέτρες, έφτιαχνε σιδηρόδρομο, έκοβε δένδρα, έσκαβε.
Το φαγητό ήταν λιγοστό και οι συνθήκες εργασίας ιδιαίτερα σκληρές. Υψηλή ήταν η θνησιμότητα των κρατουμένων, οι οποίοι θάβονταν σε μεγάλους ομαδικούς λάκκους, στους οποίους όχι σπάνια μαζί με τους νεκρούς έριχναν και ετοιμοθάνατους που είχαν πλήρεις τις αισθήσεις τους, επειδή «έτσι διέταξε ο ιατρός». Αιτία θανάτου ήταν η έκθεση σε ακραίες καιρικές συνθήκες και κυρίως η πείνα. Δεν ήταν λίγοι οι κρατούμενοι που αυτοκτονούσαν κηρύσσοντας απεργία πείνας για να πεθάνουν μια ώρα αρχύτερα χωρίς να αναγκαστούν να δουλέψουν.
Άλλη αιτία θανάτου ήταν οι ομαδικές εκτελέσεις για να αδειάσουν θέσεις στους κοιτώνες για καινούργιους κρατούμενους που ήταν σωματικά ακμαιότεροι. Από μια τέτοια ομαδική εκτέλεση σώθηκε ο Γεώργιος Λεβέντης από καθαρή τύχη.
Στον τομέα κρατουμένων όπου ήταν ο Γεώργιος Λεβέντης γνώρισε μόνο δύο Έλληνες. «Μια φορά, ένα βράδυ, στο ημίφως με πλησίασε κρυφά ο μάγειρας και μου έδωσε ένα δεμάτιο. “Το ξέρω – μου είπε – ότι ήσουν στην απομόνωση. Να, να πάρεις δυνάμεις. Είμαι Έλληνας από τη Γεωργία αλλά δυστυχώς δεν μιλάω ελληνικά. Αλλά είμαστε αδέρφια”. Εγώ τον ευχαρίστησα και του είπα ότι μπορείς να είσαι Έλληνας και μη ξέροντας τη γλώσσα […] Ποτέ ξανά δεν εκμεταλλεύτηκα τη γνωριμία μας, αλλά συναντιόμασταν πολύ συχνά και συζητούσαμε. Στα μάτια του έβλεπα τη χαρά και τη δίψα να μάθει πώς ζει ο ελληνισμός της Μαριούπολης.»
Ο άλλος ήταν ο συγχωριανός του, Αλέξιος Γιαγμούρ. Επειδή ο Γιαγμούρ ήταν καταδικασμένος για χουλιγκανισμό, σε αντίθεση με τον Λεβέντη που ήταν πολιτικός εγκληματίας, είχε το δικαίωμα της αλληλογραφίας με την οικογένειά του. Έτσι, μέσω του Γιαγμούρ, η οικογένεια του Λεβέντη μάθαινε για τον δικό της άνθρωπο.
Τον Μάιο του 1940 ο Λεβέντης αφέθηκε ελεύθερος, έχοντας εκτίσει την πενταετή ποινή του και για τρεις μήνες επιπλέον, για άγνωστο λόγο. Έζησε με την οικογένειά του στο Χαρτσίζκ, καθώς δεν του επιτρεπόταν η επιστροφή στο χωριό. Εξάλλου στο μεταξύ οι περισσότεροι συντοπίτες του εξορίστηκαν από το σταλινικό καθεστώς και η τύχη τους αγνοούνταν.
Έναν χρόνο μετά, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τον βρίσκει στην υπό γερμανική κατάληψη Ουκρανία. Οι δυνάμεις κατοχής τον διορίζουν υποχρεωτικά στη σύνταξη του τοπικού Τύπου ως γνώστη της γερμανικής. Δουλειά του ήταν να μεταφράζει από τα γερμανικά και να τυπώνει τοπική εφημερίδα προπαγάνδας.
Το 1943 η Γερμανία ηττήθηκε στο Στάλινγκραντ και η έκβαση του πολέμου ήταν πλέον προδιαγεγραμμένη. Ο Λεβέντης, φοβούμενος μην ξαναβρεθεί στα γκουλάγκ μετά την αποχώρηση των Γερμανών ως κατηγορούμενος για συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις, παίρνει την απόφαση να δραπετεύσει από τη Σοβιετική Ένωση, να πάει δυτικά και από εκεί στην Ελλάδα. Μαζί του είχε τη σύζυγό του Λιούμπα, τον γιο του Λεωνίδα και τους γονείς του Μάξιμο και Ελένη.
Ήταν η δεύτερη φορά που ο Λεβέντης σώθηκε από εκτέλεση, καθώς, όπως πληροφορήθηκε αργότερα, μετά την απελευθέρωση οι σοβιετικές Αρχές συγκέντρωσαν αδιακρίτως όλους τους πρώην κατάδικους της περιοχής, τους μετέφεραν ανατολικά και τους τουφέκιζαν κατά χιλιάδες.
Η οικογένεια κινούνταν με τη βοήθεια αυτοσχέδιας άμαξας και ενός αδύνατου αλόγου εν μέσω πολλών κινδύνων και περιπετειών. Ο κίνδυνος ήταν πολλαπλός, τόσο από τον σοβιετικό στρατό, διότι απαγορευόταν στους πολίτες να φεύγουν από την ΕΣΣΔ, όσο και από τον υποχωρούντα γερμανικό, ο οποίος έστελνε πολίτες να δουλεύουν εργάτες στα εργοστάσια της Γερμανίας, τα οποία βομβαρδίζονταν πολύ συχνά από τους Βρετανούς και οι άμαχοι εντός αυτών πέθαιναν συνεχώς.
Επιπλέον κίνδυνος υπήρχε από τις αντάρτικες ομάδες, τόσο των κομμουνιστών αντιστασιακών όσο και των φιλογερμανών που έβλεπαν τους ναζί σαν απελευθερωτές από τον κομμουνισμό.
Η οικογένεια Λεβέντη πέρασε τον Δνείπερο και με τρένο διέσχισε Τσεχοσλοβακία, Αυστρία και Γερμανία. Το καλοκαίρι του 1944 βρισκόταν στο Τολμέτζο (Tolmezzo) της Ιταλίας. Στόχος ήταν η συνεννόηση με την ελληνική πρεσβεία για άδεια εγκατάστασης στην ιστορική της πατρίδα.

Εκεί η οικογένεια διέμενε φιλοξενούμενη μέχρι την άνοιξη του 1945. Ο Λεβέντης θυμάται ότι παρά την εμπόλεμη κατάσταση της Ιταλίας με την Ελλάδα, οι ντόπιοι ήταν πολύ φιλικοί και φιλόξενοι απέναντι στην ελληνική οικογένεια. «[…] Οι περισσότεροι Ιταλοί καταδίκαζαν την κυβέρνησή τους και ιδίως τον Μουσολίνι για τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας […]», θυμάται ο Λεβέντης.
Στις 20 Μαΐου του 1945 κατάφεραν να κινηθούν προς τη Ρώμη, για να αιτηθούν την πολυπόθητη άδεια να μεταβούν στην Ελλάδα. Εν τω μεταξύ ο Άξονας είχε ηττηθεί και οι Γερμανοί υποχωρούσαν.
Εκεί υπήρχαν πολλοί Έλληνες, οι οποίοι έκαναν κάκιστη εντύπωση. Οι περισσότεροι ήταν είτε φυγόστρατοι από τον ελληνικό στρατό, οι οποίοι πήγαν λαθραία σε διάφορες χώρες και από εκεί κατέληξαν στην Ιταλία, είτε άνθρωποι του υποκόσμου. Αν και οι ίδιοι δεν πολέμησαν ποτέ, συμπεριφέρονταν προκλητικά, έβριζαν υποτιμητικά τους Ιταλούς νοικοκυραίους και τραγουδούσαν «Κορόιδο Μουσολίνι». Ήταν κοινοί ταραχοποιοί και απασχολούσαν συνέχεια τις αρχές επιδιδόμενοι σε βανδαλισμούς, μικροκλοπές, παραεμπόριο. Ο Λεβέντης θυμάται τη μάνα του να λέει: «Εάν και στην Ελλάδα είναι όλοι τέτοιοι, καλύτερα να γυρίσουμε στο σπίτι μας.»
Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους η οικογένεια μετέβη στο Μπάρι. Εκεί συνάντησαν μια ομάδα περίπου 70 ατόμων από Έλληνες της Αζοφικής. Μεταξύ τους υπήρχαν ξαδέρφια και συγγενείς των Λεβέντηδων, οι οποίοι ήταν χαμένοι από τον καιρό των μαζικών εκτοπισμών της δεκαετίας του 1930. Επίσης υπήρχαν άλλοι τόσοι Πόντιοι από τον Καύκασο. Όλοι προσπαθούσαν να πάνε στην Ελλάδα.
Εκεί ο Γεώργιος Λεβέντης δέχτηκε ένα χαστούκι της μοίρας το οποίο δεν μπορούσε να φανταστεί. Εξαιτίας της παλιάς του εργασίας στον προπαγανδιστικό σοβιετικό Τύπο και του γενικότερου βιογραφικού του, θεωρήθηκε ύποπτος για κατασκοπεία υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης. Στο μεταξύ στην Ελλάδα μαινόταν ο εμφύλιος, στο πλαίσιο του οποίου η Σοβιετική Ένωση είχε στείλει στην Ελλάδα όχι λίγους πράκτορες.
Του έγινε σύσταση να περιμένει στην Ιταλία μέχρι να λήξει ο πόλεμος, για να μεταβεί στην Ελλάδα χωρίς προβλήματα. Πέρασαν δέκα μήνες και ο εμφύλιος δεν έληγε. Σαν να μην έφτανε αυτό, είχε υπογραφεί η Συμφωνία της Γιάλτας (4-11 Φεβρουαρίου 1945), με την οποία οι νικητές μοίρασαν τον κόσμο. Σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, οι Σοβιετικοί υπήκοοι που κατοικούσαν προσωρινά στις δυτικές χώρες ήταν υποχρεωμένοι να επιστρέψουν πίσω στη χώρα τους. Αυτό σήμαινε βέβαιη καταδίκη, καθώς στην πατρίδα η φυγή από τη Σοβιετική Ένωση ισοδυναμούσε με προδοσία και τιμωρούνταν από εγκλεισμό στα γκουλάγκ μέχρι εκτέλεση.
Απελπισμένος ο Λεβέντης έγραψε γράμμα στον βασιλιά Παύλο Α΄ της Ελλάδος. Στις 20 Οκτωβρίου του 1947 του ήρθε γράμμα από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ότι του επιτρέπεται να έρθει στην Ελλάδα με όλη του την οικογένεια. Το όνειρο έγινε πραγματικότητα όταν στις 24 του μήνα πάτησε το πόδι του στην Κέρκυρα. «Πάτησα την ιερή γη των προγόνων μου. Επιτέλους, η ελπίδα την οποία φύλαγα από τα πρώτα μου φοιτητικά χρόνια, και για την οποία τόσο σκληρά τιμωρήθηκα, πραγματοποιήθηκε.» Από εκεί η οικογένεια μετέβη στην Πάτρα και μετά στην Αθήνα.
Στην Ελλάδα τον περίμεναν καινούργιες περιπέτειες. Εκεί κάθε τόσο τον καλούσε για ανάκριση ένας υψηλόβαθμος κρατικός υπάλληλος, ο οποίος δεν κατονομάζεται στα απομνημονεύματα του Λεβέντη. Ο υπάλληλος αυτός θεωρούσε τον ομογενή ύποπτο για σοβιετική κατασκοπεία.
Στην Αθήνα έπιασε δουλειά σε τεχνική υπηρεσία κατασκευής δρόμων, σε συνεργείο τοπογραφίας. Θυμάται ότι όταν έφτιαχναν τον δρόμο από τα Φάρσαλα στη Θεσσαλονίκη, στην ορεινή περιοχή του Τυρνάβου η αποστολή καθηλώθηκε επί πέντε ώρες από πυροβολισμούς ομάδας του Δημοκρατικού Στρατού, η οποία διέμενε στα βουνά και πυροβολούσε αδιακρίτως όποιον περνούσε. Θεωρούσαν εχθρό όποιον δεν ήταν με αυτούς. Λόγω των συνθηκών αυτών το έργο διακόπηκε και ο Λεβέντης έμεινε άνεργος.
Η οικογένεια ζούσε φτωχικά σε καταυλισμό προσφύγων. Μετά από τη γερμανική κατοχή και μεσούντος του εμφυλίου υπήρχε έλλειψη φαγητού και μεγάλη ανεργία. Χιλιάδες εσωτερικοί πρόσφυγες από την περιφέρεια κατέκλυσαν τις πόλεις προκειμένου να επιβιώσουν.

Η ζωή στη χώρα των ονείρων του ήταν ανυπόφορη. Έτσι ο Γεώργιος Λεβέντης πήρε τη μεγάλη απόφαση και τον Μάρτιο του 1950 επιβιβάστηκε σε πλοίο για την Αυστραλία.
Ανήκε στους 800.000 περίπου Έλληνες που είχαν μεταναστεύσει τότε στη χώρα των καγκουρό. Κατάφερε να επισκεφτεί την πατρίδα του τη Μαριούπολη το 1995, σε ηλικία 82 ετών. Απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2011 στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας.


















