Με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες περιέγραψε η Ντίνα Μαγδαλιανίδη όσα έζησε τη νύχτα της σιδηροδρομικής τραγωδίας στα Τέμπη, καταθέτοντας την Τρίτη 3 Νοεμβρίου στη δίκη για το δυστύχημα που κόστισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους. Η μάρτυρας, η οποία επέβαινε στο δεύτερο βαγόνι και υπέστη βαρύτατους τραυματισμούς, κατέθεσε καθιστή.
Όπως ανέφερε, λίγο πριν από τη σύγκρουση είχε επισκεφθεί το κυλικείο, αλλά επέστρεψε στη θέση της επειδή «της μύριζε περίεργα». Όπως είπε, είχε αντιληφθεί μυρωδιά υγραερίου. Στις 22:50 είχε στείλει μήνυμα στη μητέρα της ότι θα καθυστερούσε ακόμη.
Η σύγκρουση σημειώθηκε περίπου στις 23:20. Η Ντίνα Μαγδαλιανίδη περιέγραψε ότι χτύπησε στη βαλίτσα και στη συνέχεια προς τα πίσω, με το πόδι της να παγιδεύεται. Έχασε τις αισθήσεις της και, όταν συνήλθε, διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να κινηθεί ή να αναπνεύσει, ενώ το οστό του ποδιού της είχε βγει έξω. Θυμόταν τον δυνατό θόρυβο, το σκοτάδι, τον καπνό, τη φωτιά και τις εκκλήσεις για βοήθεια από επιβάτες άλλων κουπέ.
Μετά τη σύγκρουση βρέθηκε έξω από το βαγόνι, ξαπλωμένη μέσα σε λίμνη αίματος. Δύο επιβάτες έδεσαν το τραυματισμένο πόδι της με λουρί τσάντας, ενώ παρέμεινε στο σημείο για αρκετή ώρα, χωρίς να θυμάται τη μεταφορά της στο νοσοκομείο. Με τη βοήθεια του Δημήτρη Κατσαούνη τηλεφώνησε στη γιαγιά της, καθώς, όπως εξήγησε, αυτό ήταν το μόνο πρόσωπο που μπορούσε να θυμηθεί εκείνη τη στιγμή.
Στο νοσοκομείο έφτασε περίπου στις 2 τα ξημερώματα, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και στη συνέχεια νοσηλεύτηκε σε καταστολή στη ΜΕΘ. Όταν ξύπνησε, ο πόνος ήταν έντονος, ενώ θυμάται ότι στην εντατική είχε παραισθήσεις και έβλεπε το τρένο να καίγεται. Όπως κατέθεσε, είχε υποστεί κατάγματα στον αυχένα και στη σπονδυλική στήλη.

















