Με εντατικές προεκλογικές παρεμβάσεις επιχειρεί ο Ντόναλντ Τραμπ να ανατρέψει το δυσμενές κλίμα για τους Ρεπουμπλικανούς, μία ημέρα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν σημαντικές δυσκολίες για την παράταξή του, με τους Δημοκρατικούς να διεκδικούν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και να διατηρούν προσδοκίες ακόμη και για ανατροπή των συσχετισμών στη Γερουσία.
Ο Αμερικανός πρόεδρος περιόδευσε την Κυριακή 1η Νοεμβρίου στην Άιοβα και στο Κάνσας, δύο πολιτείες όπου οι Ρεπουμπλικανοί έχουν ισχυρή εκλογική παρουσία. Στην ομιλία του στην Άιοβα επανέλαβε την πεποίθησή του ότι το κόμμα του θα επικρατήσει, ενώ κάλεσε τους υποστηρικτές του να κινητοποιηθούν, χρησιμοποιώντας σκληρή γλώσσα κατά των πολιτικών αντιπάλων του. Η ομιλία διακόπηκε αρκετές φορές από διαδηλωτές, τους οποίους ο ίδιος κατηγόρησε ότι είχαν πληρωθεί για να προκαλέσουν αναστάτωση.
Παρά τη δημόσια αισιοδοξία του, η εντατικοποίηση των εμφανίσεών του σε πολιτείες που θεωρούνται ασφαλείς για τους Ρεπουμπλικανούς αποτυπώνει την ανησυχία του επιτελείου του. Η δυσαρέσκεια για την αύξηση του κόστους ζωής και η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο στο Ιράν συγκαταλέγονται στους παράγοντες που επιβαρύνουν την εικόνα της κυβέρνησης.
Οι Δημοκρατικοί προσβλέπουν σε νίκη στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου ανανεώνονται όλες οι έδρες, ενώ παρακολουθούν και τη μάχη για τη Γερουσία, όπου τίθεται προς ανανέωση περίπου το ένα τρίτο των εδρών. Περισσότεροι από 50 εκατομμύρια Αμερικανοί είχαν ήδη ψηφίσει πρόωρα, αριθμός που αποτελεί ρεκόρ, με τα πρώτα στοιχεία να δείχνουν αυξημένη συμμετοχή ψηφοφόρων που τάσσονται με τους Δημοκρατικούς.
Ωστόσο, η αντιπολίτευση αποφεύγει τους πρόωρους πανηγυρισμούς, καθώς προηγούμενες δημοσκοπήσεις είχαν υποτιμήσει την εκλογική δυναμική των υποστηρικτών του Τραμπ. Την ίδια στιγμή, στο Μίσιγκαν, η Δημοκρατική βουλευτής Χέιλι Στίβενς ανακοίνωσε ότι υποστηρίζει τον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς αντί του Δημοκρατικού Άμπντουλ Ελ Σάγεντ, επικαλούμενη τις διαφωνίες τους για το Ισραήλ.
Το διακύβευμα για τον Τραμπ
Η δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου βρίσκεται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που μεταδόθηκε από το NBC News, η αποδοκιμασία του φθάνει το 60%. Παραδοσιακά, το κόμμα του προέδρου χάνει έδαφος στις ενδιάμεσες εκλογές, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες στο Ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο.
Εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής ή της Γερουσίας, θα μπορούν να επηρεάζουν καθοριστικά τη νομοθετική ατζέντα και τις αποφάσεις για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, ενώ αναμένεται να εντείνουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης.
Η προεκλογική εκστρατεία συνοδεύτηκε από διαφημιστικές δαπάνες που εκτιμάται ότι ξεπέρασαν τα 11 δισ. δολάρια. Παράλληλα, ο Τραμπ επανέλαβε την υπόσχεσή του για καταβολή 5.000 δολαρίων σε κάθε πολίτη σε περίπτωση νίκης των Ρεπουμπλικανών, πρόταση που έχει προκαλέσει ερωτήματα τόσο για τη νομιμότητα όσο και για τη χρηματοδότησή της.
Ανησυχία για την αποδοχή των εκλογικών αποτελεσμάτων
Επιπλέον προβληματισμό προκαλούν οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου ότι θα αμφισβητήσει αποτελέσματα τα οποία δεν θα τον ικανοποιούν. Ο Τραμπ εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει την ήττα του από τον Τζο Μπάιντεν στις εκλογές του 2020.
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνησή του προσέφυγε προληπτικά στη δικαιοσύνη, επιδιώκοντας να εμποδίσει την επικύρωση ενδεχόμενης νίκης των Δημοκρατικών στην Αλάσκα για τη Γερουσία. Η προσφυγή απορρίφθηκε, ωστόσο η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει έφεση.

















